Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
In economics, a monopoly exists when a specific individual or an enterprise is the only supplier of a particular kind of product or service.
Στα οικονομικά, ένα μονοπώλιο υπάρχει όταν ένα συγκεκριμένο άτομο ή μια επιχείρηση είναι ο μοναδικός προμηθευτής ενός συγκεκριμένου είδους προϊόντος ή υπηρεσίας. ...
Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.
Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.
Areas of an individual's life that are not subject to governmental control.
Τομείς της ζωής ενός ατόμου που δεν υπόκεινται σε κυβερνητικό έλεγχο.
A political party founded in 1874 to promote the issuance of legal tender paper currency not backed by precious metals in order to inflate the money supply and relieve the suffering of people hurt by the era's deflation, most of its members merged with the ...
Πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1874 για να προωθήσει την έκδοση νόμιμου χαρτονομίσματος που να μην υποστηρίζεται από πολύτιμα μέταλλα με στόχο να αυξήσει την προσφορά χρήματος και να προσφέρει διέξοδο στην απόγνωση του πληθυσμού που πληττόταν από τον ...
annual total value of goods produced, and services provided, in a country.
Ετήσια συνολική αξία των αγαθών που παράγονται και των υπηρεσιών που παρέχονται σε μια χώρα.
Fanatical patriotism, blind devotion to and belief in the superiority of one's group.
Φανατικός πατριωτισμός, τυφλή αφοσίωση και πίστη στην ανωτερότητα της ομάδας στην οποία κάποιος ανήκει.
Form of government in which political control is exercised by all the people, either directly or through their elected representatives.
Μορφή διακυβέρνησης στην οποία ο πολιτικός έλεγχος ασκείται από το σύνολο του λαού, είτε άμεσα είτε μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.
The Western word for the religious beliefs and practices of the majority of the people of India.
Η δυτική λέξη για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές της πλειοψηφίας του λαού της Ινδίας.
Per capita income means how much each individual receives, in monetary terms, of the yearly income generated in the country.
Το κατά κεφαλήν εισόδημα ισοδυναμεί με την ποσότητα που λαμβάνει κάθε άτομο σε νομισματικούς όρους από το ετήσιο εισόδημα που παράγεται στη ...
unemployment caused by changes in the structure of occupational, opportunities, such as when a steel factory closes and the number of steelworker jobs declines.
ανεργία που προκαλείται από τις αλλαγές στη δομή των επαγγελματικών ευκαιριών, όπως για παράδειγμα, όταν ένα χαλυβουργείο κλείνει και ο αριθμός θέσεων εργασίας των εργατών χαλυβουργίας μειώνεται. ...