Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Situation where the demand for a product does not increase or decrease correspondingly with a fall or rise in its price. From the supplier's viewpoint, this is a highly desirable situation because price and total revenue are directly related; an increase in ...
Κατάσταση κατά την οποία η ζήτηση για ένα προϊόν δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται αντίστοιχα με τη μείωση ή την αύξηση της τιμής του. Από τη σκοπιά του προμηθευτή αυτή είναι μια ιδιαίτερα επιθυμητή κατάσταση επειδή η τιμή και τα συνολικά έσοδα συσχετίζονται ...
Fanatical patriotism, blind devotion to and belief in the superiority of one's group.
Φανατικός πατριωτισμός, τυφλή αφοσίωση και πίστη στην ανωτερότητα της ομάδας στην οποία κάποιος ανήκει.
Customs, treaties, agreements, and rules that govern relations among nations.
Διεθνή έθιμα, συνθήκες, συμφωνίες και κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των εθνών.
A massive foreign aid program to Western Europe of $17 billion over four years, beginning in 1948. Named after Secretary of State George Marshall, the program restored economic prosperity to the region and stabilized its system of democracy and capitalism.
Μαζικό πρόγραμμα ξένης βοήθειας προς τη Δυτική Ευρώπη ύψους 17 δισ. δολαρίων αποδεσμευμένων σε διάστημα τεσσάρων ετών, που εγκαινιάστηκε το 1948. Το πρόγραμμα, που πήρε το όνομά του από τον υπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ, αποκατέστησε την οικονομική ...
Form of government in which power is held by the people and exercised indirectly through elected representatives who make decisions.
Μορφή διακυβέρνησης στην οποία η εξουσία ανήκει στο λαό και ασκείται έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.
The treaty that ended World War I.
Η συνθήκη που τερμάτισε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Per capita income means how much each individual receives, in monetary terms, of the yearly income generated in the country.
Το κατά κεφαλήν εισόδημα ισοδυναμεί με την ποσότητα που λαμβάνει κάθε άτομο σε νομισματικούς όρους από το ετήσιο εισόδημα που παράγεται στη ...
The Western word for the religious beliefs and practices of the majority of the people of India.
Η δυτική λέξη για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές της πλειοψηφίας του λαού της Ινδίας.
Form of government in which political control is exercised by all the people, either directly or through their elected representatives.
Μορφή διακυβέρνησης στην οποία ο πολιτικός έλεγχος ασκείται από το σύνολο του λαού, είτε άμεσα είτε μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.
Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.
Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.