Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Areas of an individual's life that are not subject to governmental control.
Τομείς της ζωής ενός ατόμου που δεν υπόκεινται σε κυβερνητικό έλεγχο.
Agreement among all the people in a society to give up part of their freedom to a government in return for protection of their natural rights. A theory developed by Locke to explain the origin of legitimate government.
Συμφωνία μεταξύ όλων των μελών μιας κοινωνίας να εγκαταλείψουν μέρος της ελευθερίας τους προς όφελος μιας κυβέρνησης με αντάλλαγμα την προστασία των φυσικών δικαιωμάτων τους. Μια θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λοκ για να εξηγήσει την προέλευση της νόμιμης ...
unemployment caused by changes in the structure of occupational, opportunities, such as when a steel factory closes and the number of steelworker jobs declines.
ανεργία που προκαλείται από τις αλλαγές στη δομή των επαγγελματικών ευκαιριών, όπως για παράδειγμα, όταν ένα χαλυβουργείο κλείνει και ο αριθμός θέσεων εργασίας των εργατών χαλυβουργίας μειώνεται. ...
Form of government in which political control is exercised by all the people, either directly or through their elected representatives.
Μορφή διακυβέρνησης στην οποία ο πολιτικός έλεγχος ασκείται από το σύνολο του λαού, είτε άμεσα είτε μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.
Freedom to print or publish without government interference.
Ελευθερία εκτύπωσης ή δημοσίευσης χωρίς κυβερνητική παρέμβαση.
A massive foreign aid program to Western Europe of $17 billion over four years, beginning in 1948. Named after Secretary of State George Marshall, the program restored economic prosperity to the region and stabilized its system of democracy and capitalism.
Μαζικό πρόγραμμα ξένης βοήθειας προς τη Δυτική Ευρώπη ύψους 17 δισ. δολαρίων αποδεσμευμένων σε διάστημα τεσσάρων ετών, που εγκαινιάστηκε το 1948. Το πρόγραμμα, που πήρε το όνομά του από τον υπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ, αποκατέστησε την οικονομική ...
Organized body of individuals who share some goals and try to influence public policy to meet those goals.
Οργανωμένο σύνολο προσώπων που μοιράζεται κάποιους στόχους και προσπαθεί να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική για την επίτευξη των στόχων ...
Fanatical patriotism, blind devotion to and belief in the superiority of one's group.
Φανατικός πατριωτισμός, τυφλή αφοσίωση και πίστη στην ανωτερότητα της ομάδας στην οποία κάποιος ανήκει.
An economic system built on the assumption that the world's supply of wealth is fixed and that nations must export more goods than they import to assure a steady supply of gold and silver into national coffers. Mercantile thinkers saw the inflow of such ...
Οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην υπόθεση ότι ο παγκόσμιος διαθέσιμος πλούτος είναι σταθερός και ότι τα έθνη πρέπει να εξάγουν περισσότερα αγαθά απ' όσα εισάγουν έτσι ώστε να εξασφαλίζουν σταθερή προμήθεια από χρυσό και άργυρο στα εθνικά θησαυροφυλάκια. Οι ...
Belief that individuals are naturally endowed with basic human rights; those rights that are so much a part of human nature that they cannot be taken away or given up, as opposed to rights conferred by law. The Declaration of Independence states that these ...
Η πίστη ότι τα άτομα είναι από τη φύση προικισμένα με βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά αποτελούν σε τέτοιο βαθμό μέρος της ανθρώπινης φύσης έτσι ώστε να μη μπορούν να αφαιρεθούν ή να ανακληθούν, σε αντίθεση με τα δικαιώματα που απορρέουν από το ...