portrait

ChrysanthiPantelidaki

France

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

607

Words Translated

0

Terms Translated

ChrysanthiPantelidaki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Monroe Doctrine

In this 1823 statement of American foreign policy, President James Monroe declared that the United States would not allow European powers to create new colonies in the Western Hemisphere or to expand the boundaries of existing colonies.

Greek (EL)Δόγμα Μονρόε

Με αυτή τη δήλωση εξωτερικής πολιτικής ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε διακήρυξε το 1823 ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν στις ευρωπαϊκές δυνάμεις να δημιουργήσουν νέες αποικίες στο δυτικό ημισφαίριο ή να επεκτείνουν τα σύνορα των υφιστάμενων ...

History; American history

English (EN)net export

The value of a country's total exports minus the value of its total imports.

Greek (EL)καθαρές εξαγωγές

Η αξία των συνολικών εξαγωγών μιας χώρας μείον την αξία των συνολικών εισαγωγών της.

Economy;

English (EN)gross national product

annual total value of goods produced, and services provided, in a country.

Greek (EL)Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ)

Ετήσια συνολική αξία των αγαθών που παράγονται και των υπηρεσιών που παρέχονται σε μια χώρα.

Economy;

English (EN)representative democracy

Form of government in which power is held by the people and exercised indirectly through elected representatives who make decisions.

Greek (EL)αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Μορφή διακυβέρνησης στην οποία η εξουσία ανήκει στο λαό και ασκείται έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Government; American government

English (EN)insolvency

Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.

Greek (EL)αφερεγγυότητα

Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

Economy; Economics

English (EN)structural unemployment

unemployment caused by changes in the structure of occupational, opportunities, such as when a steel factory closes and the number of steelworker jobs declines.

Greek (EL)διαρθρωτική (δομική) ανεργία

ανεργία που προκαλείται από τις αλλαγές στη δομή των επαγγελματικών ευκαιριών, όπως για παράδειγμα, όταν ένα χαλυβουργείο κλείνει και ο αριθμός θέσεων εργασίας των εργατών χαλυβουργίας μειώνεται. ...

Economy;

English (EN)social contract

Agreement among all the people in a society to give up part of their freedom to a government in return for protection of their natural rights. A theory developed by Locke to explain the origin of legitimate government.

Greek (EL)κοινωνικό συμβόλαιο

Συμφωνία μεταξύ όλων των μελών μιας κοινωνίας να εγκαταλείψουν μέρος της ελευθερίας τους προς όφελος μιας κυβέρνησης με αντάλλαγμα την προστασία των φυσικών δικαιωμάτων τους. Μια θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λοκ για να εξηγήσει την προέλευση της νόμιμης ...

Government; American government

English (EN)natural rights

Belief that individuals are naturally endowed with basic human rights; those rights that are so much a part of human nature that they cannot be taken away or given up, as opposed to rights conferred by law. The Declaration of Independence states that these ...

Greek (EL)φυσικά δικαιώματα

Η πίστη ότι τα άτομα είναι από τη φύση προικισμένα με βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά αποτελούν σε τέτοιο βαθμό μέρος της ανθρώπινης φύσης έτσι ώστε να μη μπορούν να αφαιρεθούν ή να ανακληθούν, σε αντίθεση με τα δικαιώματα που απορρέουν από το ...

Government; American government

English (EN)chauvinism

Fanatical patriotism, blind devotion to and belief in the superiority of one's group.

Greek (EL)σωβινισμός

Φανατικός πατριωτισμός, τυφλή αφοσίωση και πίστη στην ανωτερότητα της ομάδας στην οποία κάποιος ανήκει.

Government; American government

English (EN)personal domain

Areas of an individual's life that are not subject to governmental control.

Greek (EL)ιδιωτική σφαίρα (σφαίρα του ιδιωτικού βίου)

Τομείς της ζωής ενός ατόμου που δεν υπόκεινται σε κυβερνητικό έλεγχο.

Government; American government