portrait

Eva Angelopoulou

Antwerp, Belgium

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

317

Words Translated

20

Terms Translated

Eva’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Eva’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)barrister

Lawyer qualified to represent clients in all courts. A member of the bar.

Greek (EL)δικηγόρος

Πρόσωπο που μπορεί να παρίσταται προς εκπροσώπηση των πελατών του σε δικαστήρια κάθε βαθμού. Μέλος ενός δικηγορικού συλλόγου.

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)disclosure

In a civil case, evidence and documents which parties intend to use in court must be disclosed to the other party.

Greek (EL)κοινοποίηση

Σε μια αστική υπόθεση τα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από τους διαδίκους πρέπει να κοινοποιηθούν/γνωστοποιηθούν στον ...

Legal services; General law

English (EN)decree absolute

A final, binding order from court, e.g. to dissolve a marriage.

Greek (EL)διαζευκτήριο

Η οριστική και δεσμευτική δικαστική απόφαση που λύνει το γάμο.

Legal services; Family & divorce

English (EN)discontinuance

When the claimant decides not to continue with the case.

Greek (EL)διακοπή (δίκης)

Όταν ο αιτών αποφασίζει να μην συνεχίσει την υπόθεση.

Legal services; General law

English (EN)dispute

Civil disagreement which is not dealt with in court.

Greek (EL)διαφορά

Διαφωνία αστικού χαρακτήρα η οποία δεν επιλύεται από τo δικαστήριο.

Legal services; ADR & mediation

English (EN)alimony

Money paid by one spouse to another after divorce.

Greek (EL)διατροφή

Χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από τον ένα σύζυγο στον άλλο μετά την έκδοση διαζυγίου.

Legal services; Family & divorce

English (EN)award

Amount of damages to be paid as decided by a court or arbitrator.

Greek (EL)αποζημίωση

Το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης.

Legal services; Personal injury

English (EN)official gazette (OG)

weekly publication of the USPTO that includes regular and special notices of the Office

Greek (EL)επίσημη εφημερίδα

εβδομαδιαία έκδοση του Γραφείου Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ που περιλαμβάνει τις τακτικές και έκτακτες ανακοινώσεις του.

Legal services; Patent & trademark

English (EN)certificate of registration

official document from the USPTO evidencing that a mark has been registered.

Greek (EL)πιστοποιητικό καταχώρισης

επίσημο έγγραφο του Γραφείου Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ που αποδεικνύει ότι ένα σήμα έχει καταχωρηθεί.

Legal services; Patent & trademark

English (EN)arbitration

Form of ADR whereby both parties agree to use impartial and independent arbitrator to make a binding decision on the matter being disputed. The claimant is usually restricted from taking the case to court following arbitration proceedings.

Greek (EL)διαιτησία

Εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών δυνάμει της οποίας και τα δύο μέρη συμφωνούν να απευθυνθούν σε κάποιον αντικειμενικό και ουδέτερο διαιτητή για να αποφασίσει δεσμευτικά επί του θέματος για το οποίο διαφωνούν. Μετά από μια διαιτητική διαδικασία ο αιτών ...

Legal services; Legal aid (criminal)