Eva Angelopoulou

Antwerp, Belgium

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)


Words Translated


Terms Translated

Eva’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Eva’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)impartial

Independent from both parties in a dispute and not showing any bias to either side.

Greek (EL)αντικειμενικός

Ουδέτερος απέναντι και στα δύο στα μέρη μιας διαφωνίας, που δεν δείχνει προτίμηση σε καμία πλευρά.

Legal services; General law

English (EN)discontinuance

When the claimant decides not to continue with the case.

Greek (EL)διακοπή (δίκης)

Όταν ο αιτών αποφασίζει να μην συνεχίσει την υπόθεση.

Legal services; General law

English (EN)alimony

Money paid by one spouse to another after divorce.

Greek (EL)διατροφή

Χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από τον ένα σύζυγο στον άλλο μετά την έκδοση διαζυγίου.

Legal services; Family & divorce

English (EN)expert witness

An individual with specialized knowledge able to give relevant evidence during a trial.

Greek (EL)εμπειρογνώμων

Πρόσωπο με εξειδικευμένες γνώσεις, που μπορεί να καταθέσει πάνω στους τομείς της ειδίκευσής του κατά τη διάρκεια μιας δίκης.

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)decree absolute

A final, binding order from court, e.g. to dissolve a marriage.

Greek (EL)διαζευκτήριο

Η οριστική και δεσμευτική δικαστική απόφαση που λύνει το γάμο.

Legal services; Family & divorce

English (EN)bankrupt

Wherby an individual or organization is insolvent, i.e. not able to meet the dues on their loans, leading to their assets being liquidated and distributed to creditors.

Greek (EL)πτώχευση

Χρεοκοπία ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, με την έννοια της αδυναμίας εξόφλησης των οφειλών του, η οποία οδηγεί στη ρευστοποίηση των περιουσιακών του στοιχείων και στην διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης στους δανειστές ...

Legal services; Bankruptcy

English (EN)appeal

Application made by the condemned/losing party to a higher court to review the decision made by the lower court or tribunal.

Greek (EL)έφεση

Προσφυγή του διαδίκου που ηττήθηκε στο ανώτερο δικαστήριο προκειμένου να επανεξετασθεί η απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου.

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)contempt of court

Consious disobedience of the judicial process, e.g. not appearing as a witness when called and without informing the court.

Greek (EL)περιφρόνηση του δικαστηρίου

Συνειδητή απείθεια προς το δικαστήριο και την όλη δικαστική διαδικασία, π.χ. μη εμφάνιση του μάρτυρα που έχει κληθεί, χωρίς ενημέρωση του δικαστηρίου. ...

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)certificate of registration

official document from the USPTO evidencing that a mark has been registered.

Greek (EL)πιστοποιητικό καταχώρισης

επίσημο έγγραφο του Γραφείου Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ που αποδεικνύει ότι ένα σήμα έχει καταχωρηθεί.

Legal services; Patent & trademark

English (EN)alternative dispute resolution

Dispute resolution bypassing legal action, e.g. through mediation or arbitration. Parties which insist on legal action, not using ADR, may face sanctions from the witnessing judge.

Greek (EL)Εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών

Μέθοδος επίλυσης διαφορών κατά παράκαμψη της δικαστικής οδού, για παράδειγμα μέσω διαμεσολάβησης ή διαιτησίας. Τα μέρη που επιμένουν στην προσφυγή στα δικαστήρια, χωρίς να κάνουν χρήση των εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, μπορεί να αντιμετωπίσουν ...

Legal services; ADR & mediation