Terms and text shown below represent Eva’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A final, binding order from court, e.g. to dissolve a marriage.
Η οριστική και δεσμευτική δικαστική απόφαση που λύνει το γάμο.
weekly publication of the USPTO that includes regular and special notices of the Office
εβδομαδιαία έκδοση του Γραφείου Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ που περιλαμβάνει τις τακτικές και έκτακτες ανακοινώσεις του.
In a civil case, evidence and documents which parties intend to use in court must be disclosed to the other party.
Σε μια αστική υπόθεση τα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από τους διαδίκους πρέπει να κοινοποιηθούν/γνωστοποιηθούν στον ...
Amount of damages to be paid as decided by a court or arbitrator.
Το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης.
Wherby an individual or organization is insolvent, i.e. not able to meet the dues on their loans, leading to their assets being liquidated and distributed to creditors.
Χρεοκοπία ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, με την έννοια της αδυναμίας εξόφλησης των οφειλών του, η οποία οδηγεί στη ρευστοποίηση των περιουσιακών του στοιχείων και στην διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης στους δανειστές ...
Lawyer qualified to represent clients in all courts. A member of the bar.
Πρόσωπο που μπορεί να παρίσταται προς εκπροσώπηση των πελατών του σε δικαστήρια κάθε βαθμού. Μέλος ενός δικηγορικού συλλόγου.
deponent-person giving evidence by written statement at court, or at police
Πρόσωπο που παρέχει πληροφορίες μέσω γραπτής κατάθεσης στο δικαστήριο ή στην αστυνομία
official document from the USPTO evidencing that a mark has been registered.
επίσημο έγγραφο του Γραφείου Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ που αποδεικνύει ότι ένα σήμα έχει καταχωρηθεί.
Condition of a company or person unable to bay due debts.
Κατάσταση κατά την οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αδυνατεί να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του.
Money paid by one spouse to another after divorce.
Χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από τον ένα σύζυγο στον άλλο μετά την έκδοση διαζυγίου.