Terms and text shown below represent Eva’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Lawyer qualified to represent clients in all courts. A member of the bar.
Πρόσωπο που μπορεί να παρίσταται προς εκπροσώπηση των πελατών του σε δικαστήρια κάθε βαθμού. Μέλος ενός δικηγορικού συλλόγου.
Form of ADR whereby both parties agree to use impartial and independent arbitrator to make a binding decision on the matter being disputed. The claimant is usually restricted from taking the case to court following arbitration proceedings.
Εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών δυνάμει της οποίας και τα δύο μέρη συμφωνούν να απευθυνθούν σε κάποιον αντικειμενικό και ουδέτερο διαιτητή για να αποφασίσει δεσμευτικά επί του θέματος για το οποίο διαφωνούν. Μετά από μια διαιτητική διαδικασία ο αιτών ...
Civil disagreement which is not dealt with in court.
Διαφωνία αστικού χαρακτήρα η οποία δεν επιλύεται από τo δικαστήριο.
Independent from both parties in a dispute and not showing any bias to either side.
Ουδέτερος απέναντι και στα δύο στα μέρη μιας διαφωνίας, που δεν δείχνει προτίμηση σε καμία πλευρά.
weekly publication of the USPTO that includes regular and special notices of the Office
εβδομαδιαία έκδοση του Γραφείου Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ που περιλαμβάνει τις τακτικές και έκτακτες ανακοινώσεις του.
An individual with specialized knowledge able to give relevant evidence during a trial.
Πρόσωπο με εξειδικευμένες γνώσεις, που μπορεί να καταθέσει πάνω στους τομείς της ειδίκευσής του κατά τη διάρκεια μιας δίκης.
A final, binding order from court, e.g. to dissolve a marriage.
Η οριστική και δεσμευτική δικαστική απόφαση που λύνει το γάμο.
Amount of damages to be paid as decided by a court or arbitrator.
Το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης.
In a civil case, evidence and documents which parties intend to use in court must be disclosed to the other party.
Σε μια αστική υπόθεση τα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από τους διαδίκους πρέπει να κοινοποιηθούν/γνωστοποιηθούν στον ...
Money paid by one spouse to another after divorce.
Χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από τον ένα σύζυγο στον άλλο μετά την έκδοση διαζυγίου.