Eva Angelopoulou

Antwerp, Belgium

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)


Words Translated


Terms Translated

Eva’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Eva’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)covenant

The obligation to perform an act, as put into writing.

Greek (EL)συμφωνητικό

Η υποχρέωση προς πράξη, βάσει γραπτής συμφωνίας.

Legal services; Commerical law

English (EN)contempt of court

Consious disobedience of the judicial process, e.g. not appearing as a witness when called and without informing the court.

Greek (EL)περιφρόνηση του δικαστηρίου

Συνειδητή απείθεια προς το δικαστήριο και την όλη δικαστική διαδικασία, π.χ. μη εμφάνιση του μάρτυρα που έχει κληθεί, χωρίς ενημέρωση του δικαστηρίου. ...

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)deponent

deponent-person giving evidence by written statement at court, or at police

Greek (EL)μάρτυρας

Πρόσωπο που παρέχει πληροφορίες μέσω γραπτής κατάθεσης στο δικαστήριο ή στην αστυνομία

Legal services; General law

English (EN)exhibit

An item used in evidence during a trial or hearing.

Greek (EL)τεκμήριο, σχετικό

Αποδεικτικό μέσο που χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της δίκης ή της ακροαματικής διαδικασίας.

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)certificate of registration

official document from the USPTO evidencing that a mark has been registered.

Greek (EL)πιστοποιητικό καταχώρισης

επίσημο έγγραφο του Γραφείου Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ που αποδεικνύει ότι ένα σήμα έχει καταχωρηθεί.

Legal services; Patent & trademark

English (EN)arbitration

Form of ADR whereby both parties agree to use impartial and independent arbitrator to make a binding decision on the matter being disputed. The claimant is usually restricted from taking the case to court following arbitration proceedings.

Greek (EL)διαιτησία

Εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών δυνάμει της οποίας και τα δύο μέρη συμφωνούν να απευθυνθούν σε κάποιον αντικειμενικό και ουδέτερο διαιτητή για να αποφασίσει δεσμευτικά επί του θέματος για το οποίο διαφωνούν. Μετά από μια διαιτητική διαδικασία ο αιτών ...

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)award

Amount of damages to be paid as decided by a court or arbitrator.

Greek (EL)αποζημίωση

Το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης.

Legal services; Personal injury

English (EN)bankrupt

Wherby an individual or organization is insolvent, i.e. not able to meet the dues on their loans, leading to their assets being liquidated and distributed to creditors.

Greek (EL)πτώχευση

Χρεοκοπία ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, με την έννοια της αδυναμίας εξόφλησης των οφειλών του, η οποία οδηγεί στη ρευστοποίηση των περιουσιακών του στοιχείων και στην διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης στους δανειστές ...

Legal services; Bankruptcy

English (EN)impartial

Independent from both parties in a dispute and not showing any bias to either side.

Greek (EL)αντικειμενικός

Ουδέτερος απέναντι και στα δύο στα μέρη μιας διαφωνίας, που δεν δείχνει προτίμηση σε καμία πλευρά.

Legal services; General law

English (EN)alternative dispute resolution

Dispute resolution bypassing legal action, e.g. through mediation or arbitration. Parties which insist on legal action, not using ADR, may face sanctions from the witnessing judge.

Greek (EL)Εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών

Μέθοδος επίλυσης διαφορών κατά παράκαμψη της δικαστικής οδού, για παράδειγμα μέσω διαμεσολάβησης ή διαιτησίας. Τα μέρη που επιμένουν στην προσφυγή στα δικαστήρια, χωρίς να κάνουν χρήση των εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, μπορεί να αντιμετωπίσουν ...

Legal services; ADR & mediation