Eva Angelopoulou

Antwerp, Belgium

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)


Words Translated


Terms Translated

Eva’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Eva’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)contempt of court

Consious disobedience of the judicial process, e.g. not appearing as a witness when called and without informing the court.

Greek (EL)περιφρόνηση του δικαστηρίου

Συνειδητή απείθεια προς το δικαστήριο και την όλη δικαστική διαδικασία, π.χ. μη εμφάνιση του μάρτυρα που έχει κληθεί, χωρίς ενημέρωση του δικαστηρίου. ...

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)impartial

Independent from both parties in a dispute and not showing any bias to either side.

Greek (EL)αντικειμενικός

Ουδέτερος απέναντι και στα δύο στα μέρη μιας διαφωνίας, που δεν δείχνει προτίμηση σε καμία πλευρά.

Legal services; General law

English (EN)award

Amount of damages to be paid as decided by a court or arbitrator.

Greek (EL)αποζημίωση

Το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης.

Legal services; Personal injury

English (EN)arbitration

Form of ADR whereby both parties agree to use impartial and independent arbitrator to make a binding decision on the matter being disputed. The claimant is usually restricted from taking the case to court following arbitration proceedings.

Greek (EL)διαιτησία

Εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών δυνάμει της οποίας και τα δύο μέρη συμφωνούν να απευθυνθούν σε κάποιον αντικειμενικό και ουδέτερο διαιτητή για να αποφασίσει δεσμευτικά επί του θέματος για το οποίο διαφωνούν. Μετά από μια διαιτητική διαδικασία ο αιτών ...

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)insolvency

Condition of a company or person unable to bay due debts.

Greek (EL)πτώχευση

Κατάσταση κατά την οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αδυνατεί να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του.

Legal services; Bankruptcy

English (EN)alternative dispute resolution

Dispute resolution bypassing legal action, e.g. through mediation or arbitration. Parties which insist on legal action, not using ADR, may face sanctions from the witnessing judge.

Greek (EL)Εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών

Μέθοδος επίλυσης διαφορών κατά παράκαμψη της δικαστικής οδού, για παράδειγμα μέσω διαμεσολάβησης ή διαιτησίας. Τα μέρη που επιμένουν στην προσφυγή στα δικαστήρια, χωρίς να κάνουν χρήση των εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, μπορεί να αντιμετωπίσουν ...

Legal services; ADR & mediation

English (EN)barrister

Lawyer qualified to represent clients in all courts. A member of the bar.

Greek (EL)δικηγόρος

Πρόσωπο που μπορεί να παρίσταται προς εκπροσώπηση των πελατών του σε δικαστήρια κάθε βαθμού. Μέλος ενός δικηγορικού συλλόγου.

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)alimony

Money paid by one spouse to another after divorce.

Greek (EL)διατροφή

Χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από τον ένα σύζυγο στον άλλο μετά την έκδοση διαζυγίου.

Legal services; Family & divorce

English (EN)deponent

deponent-person giving evidence by written statement at court, or at police

Greek (EL)μάρτυρας

Πρόσωπο που παρέχει πληροφορίες μέσω γραπτής κατάθεσης στο δικαστήριο ή στην αστυνομία

Legal services; General law

English (EN)appeal

Application made by the condemned/losing party to a higher court to review the decision made by the lower court or tribunal.

Greek (EL)έφεση

Προσφυγή του διαδίκου που ηττήθηκε στο ανώτερο δικαστήριο προκειμένου να επανεξετασθεί η απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου.

Legal services; Legal aid (criminal)