Terms and text shown below represent Eva’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
An item used in evidence during a trial or hearing.
Αποδεικτικό μέσο που χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της δίκης ή της ακροαματικής διαδικασίας.
In a civil case, evidence and documents which parties intend to use in court must be disclosed to the other party.
Σε μια αστική υπόθεση τα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από τους διαδίκους πρέπει να κοινοποιηθούν/γνωστοποιηθούν στον ...
deponent-person giving evidence by written statement at court, or at police
Πρόσωπο που παρέχει πληροφορίες μέσω γραπτής κατάθεσης στο δικαστήριο ή στην αστυνομία
The obligation to perform an act, as put into writing.
Η υποχρέωση προς πράξη, βάσει γραπτής συμφωνίας.
An individual with specialized knowledge able to give relevant evidence during a trial.
Πρόσωπο με εξειδικευμένες γνώσεις, που μπορεί να καταθέσει πάνω στους τομείς της ειδίκευσής του κατά τη διάρκεια μιας δίκης.
Condition of a company or person unable to bay due debts.
Κατάσταση κατά την οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αδυνατεί να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του.
When the claimant decides not to continue with the case.
Όταν ο αιτών αποφασίζει να μην συνεχίσει την υπόθεση.
Dispute resolution bypassing legal action, e.g. through mediation or arbitration. Parties which insist on legal action, not using ADR, may face sanctions from the witnessing judge.
Μέθοδος επίλυσης διαφορών κατά παράκαμψη της δικαστικής οδού, για παράδειγμα μέσω διαμεσολάβησης ή διαιτησίας. Τα μέρη που επιμένουν στην προσφυγή στα δικαστήρια, χωρίς να κάνουν χρήση των εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, μπορεί να αντιμετωπίσουν ...
A final, binding order from court, e.g. to dissolve a marriage.
Η οριστική και δεσμευτική δικαστική απόφαση που λύνει το γάμο.
Lawyer qualified to represent clients in all courts. A member of the bar.
Πρόσωπο που μπορεί να παρίσταται προς εκπροσώπηση των πελατών του σε δικαστήρια κάθε βαθμού. Μέλος ενός δικηγορικού συλλόγου.