portrait

Eva Angelopoulou

Antwerp, Belgium

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

317

Words Translated

20

Terms Translated

Eva’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Eva’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)award

Amount of damages to be paid as decided by a court or arbitrator.

Greek (EL)αποζημίωση

Το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης.

Legal services; Personal injury

English (EN)arbitration

Form of ADR whereby both parties agree to use impartial and independent arbitrator to make a binding decision on the matter being disputed. The claimant is usually restricted from taking the case to court following arbitration proceedings.

Greek (EL)διαιτησία

Εναλλακτική μέθοδος επίλυσης διαφορών δυνάμει της οποίας και τα δύο μέρη συμφωνούν να απευθυνθούν σε κάποιον αντικειμενικό και ουδέτερο διαιτητή για να αποφασίσει δεσμευτικά επί του θέματος για το οποίο διαφωνούν. Μετά από μια διαιτητική διαδικασία ο αιτών ...

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)deponent

deponent-person giving evidence by written statement at court, or at police

Greek (EL)μάρτυρας

Πρόσωπο που παρέχει πληροφορίες μέσω γραπτής κατάθεσης στο δικαστήριο ή στην αστυνομία

Legal services; General law

English (EN)insolvency

Condition of a company or person unable to bay due debts.

Greek (EL)πτώχευση

Κατάσταση κατά την οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αδυνατεί να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του.

Legal services; Bankruptcy

English (EN)contempt of court

Consious disobedience of the judicial process, e.g. not appearing as a witness when called and without informing the court.

Greek (EL)περιφρόνηση του δικαστηρίου

Συνειδητή απείθεια προς το δικαστήριο και την όλη δικαστική διαδικασία, π.χ. μη εμφάνιση του μάρτυρα που έχει κληθεί, χωρίς ενημέρωση του δικαστηρίου. ...

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)covenant

The obligation to perform an act, as put into writing.

Greek (EL)συμφωνητικό

Η υποχρέωση προς πράξη, βάσει γραπτής συμφωνίας.

Legal services; Commerical law

English (EN)dispute

Civil disagreement which is not dealt with in court.

Greek (EL)διαφορά

Διαφωνία αστικού χαρακτήρα η οποία δεν επιλύεται από τo δικαστήριο.

Legal services; ADR & mediation

English (EN)certificate of registration

official document from the USPTO evidencing that a mark has been registered.

Greek (EL)πιστοποιητικό καταχώρισης

επίσημο έγγραφο του Γραφείου Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων των ΗΠΑ που αποδεικνύει ότι ένα σήμα έχει καταχωρηθεί.

Legal services; Patent & trademark

English (EN)expert witness

An individual with specialized knowledge able to give relevant evidence during a trial.

Greek (EL)εμπειρογνώμων

Πρόσωπο με εξειδικευμένες γνώσεις, που μπορεί να καταθέσει πάνω στους τομείς της ειδίκευσής του κατά τη διάρκεια μιας δίκης.

Legal services; Legal aid (criminal)

English (EN)decree absolute

A final, binding order from court, e.g. to dissolve a marriage.

Greek (EL)διαζευκτήριο

Η οριστική και δεσμευτική δικαστική απόφαση που λύνει το γάμο.

Legal services; Family & divorce