portrait

Dimitrios Moutafis

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

834

Words Translated

30

Terms Translated

Dimitrios’ Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)corporate responsibility

Includes everything from hiring minority workers to making safe products, minimizing pollution, using energy wisely, and providing a safe work environment.

Greek (EL)εταιρική υπευθυνότητα

Περιλαμβάνει τα πάντα, από την πρόσληψη εργαζομένων μειονοτήτων έως την διασφάλιση της ασφάλειας των προϊόντων, την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης, τη συνετή χρήση ενέργειας και την παροχή ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος. ...

Business administration; Business management

English (EN)frequency

A calculation of the number of times a target audience is exposed to an advertising message during a given period.

Greek (EL)συχνότητα

Ο υπολογισμός του αριθμού των εκθέσεων ενός κοινού-στόχου σε ένα διαφημιστικό μήνυμα κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου.

Advertising; Marketing communications

English (EN)landing page

The page on a website where the user is taken to after clicking on an online advertisement. While this can be any page, it is often a page designed to expand information on the service or product mentioned in the initial advertisement.

Greek (EL)landing page

Η σελίδα ενός ιστότοπου στην οποία μεταφέρεται ο χρήστης αφού κάνει κλικ σε μια online διαφήμιση. Παρόλο που μπορεί να είναι οποιαδήποτε σελίδα, συχνά είναι μια σελίδα σχεδιασμένη να προσφέρει εκτεταμένες πληροφορίες για την υπηρεσία ή το προϊόν που αναφέρεται ...

Advertising; Online advertising

English (EN)integration

The process by which the tools of marketing communications are used in combination to reinforce each other.

Greek (EL)ενσωμάτωση

Η διαδικασία μέσω της οποίας τα εργαλεία της επικοινωνίας μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται συνδυαστικά ώστε να ενισχύσουν το ένα το άλλο.

Advertising; Marketing communications

English (EN)coupon

a portion of a certificate, ticket, label, advertisement, or the like, set off from the main body by dotted lines or the like to emphasize its separability, entitling the holder to something, as a gift or discount, or for use as an order blank, a contest ...

Greek (EL)κουπόνι

τμήμα ενός πιστοποιητικού, εισιτηρίου, ετικέτας, διαφήμισης, ή άλλου παρόμοιου αντικειμένου, το οποίο ξεχωρίζει από το κύριο σώμα με διακεκομμένες γραμμές ή κάτι παρόμοιο, ώστε να είναι ευδιάκριτο ότι μπορεί να αποκολληθεί και να χρησιμοποιηθεί ξεχωριστά, και ...

Business services; Marketing

English (EN)corporate social responsibility (CSR)

A concept whereby companies integrate economic, social and environmental concerns in their business operations and in their interaction with their stakeholders on a voluntary basis.

Greek (EL)εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ)

Μια ιδέα σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες ενσωματώνουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στις επαφές τους με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σε εθελοντική ...

Marketing; Advertising

English (EN)Boko Haram

Boko Haram is Nigeria's militant Islamist group. The group's official name is Jama'atu Ahlis Sunna Lidda'awati wal-Jihad, which in Arabic means "People Committed to the Propagation of the Prophet's Teachings and Jihad", but the nickname Boko Haram can be ...

Greek (EL)Boko Haram

Η Μπόκο Χαράμ είναι ισλαμιστική οργάνωση μαχητών στη Νιγηρία. Η επίσημη ονομασία της οργάνωσης είναι Γιαμάτου Άλις Σούνα Λινταουάτι Ουάλ-Τζιχάντ, το οποίο στα Αραβικά σημαίνει «Άνθρωποι αφιερωμένοι στη διάδοση της διδασκαλίας του Προφήτη και της Τζιχάντ», ...

Military; Terrorism

English (EN)logical appeals

Advertising approaches based on the performance, features or attributes of a product or service.

Greek (EL)επικλήσεις στη λογική

Διαφημιστικές προσεγγίσεις με επιχειρήματα σχετικά με την απόδοση, τα χαρακτηριστικά ή τα γνωρίσματα ενός προϊόντος ή υπηρεσίας.

Advertising; Marketing communications

English (EN)offensive marketing strategy

An offensive marketing strategy seeks to take market share away from rivals. This strategy attacks the market by targeting the weaknesses of the competition and emphasizing the company's strengths in comparison.

Greek (EL)επιθετική στρατηγική μάρκετινγκ

Η επιθετική στρατηγική μάρκετινγκ έχει ως στόχο να αποσπάσει το μερίδιο αγοράς από τους ανταγωνιστές. Η εν λόγω στρατηγική επιτίθεται στην αγορά στοχεύοντας τις αδυναμίες του ανταγωνισμού και δίνοντας έμφαση στα δυνατά σημεία της επιχείρησης σε σύγκριση με ...

Business services; Marketing

English (EN)black twitter

Black Twitter is a cultural identity[1] on the Twitter social network focused on issues of interest to the black community, particularly in the United States. Feminista Jones described it in Salon as "a collective of active, primarily ...

Greek (EL)Black Twitter

To Black Twitter είναι η πολιτισμική ταυτότητα[1] μιας ομάδας χρηστών στο κοινωνικό δίκτυο Twitter η οποία επικεντρώνεται σε θέματα ενδιαφέροντος για την μαύρη κοινότητα, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Feminista Jones το περιέγραψε στην ενημερωτική ...

Social network; Microblogs