portrait

Dimitrios Moutafis

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

834

Words Translated

30

Terms Translated

Dimitrios’ Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Harrison Ford

Harrison Ford (born July 13, 1942) is an American actor. He gained worldwide fame for his starring roles as archaeological adventurer Indiana Jones in “Raiders of the Lost Ark” and its sequels, and as the space hero Hans Solo in the original “Star Wars” ...

Greek (EL)Harrison Ford

O Harrison Ford (ημερ/νία γέννησης: 13 Ιουλίου 1942) είναι Αμερικανός ηθοποιός. Έγινε διάσημος παγκοσμίως για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους του ως ο τυχοδιώκτης αρχαιολόγος Indiana Jones στην ταινία «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού» και τα sequels της, και ως ο ...

People; Actors

English (EN)conglomerate

A business organization, usually comprising a group of companies, with diverse and often unrelated financial interests but sometimes trading under the one name.

Greek (EL)όμιλος

Επιχειρηματικός οργανισμός, ο οποίος συνήθως αποτελείται από ομάδα εταιρειών, με διαφορετικά και συχνά άσχετα οικονομικά συμφέροντα οι οποίες όμως ορισμένες φορές λειτουργούν με κοινή ...

Business administration; Business management

English (EN)corporate social responsibility (CSR)

A concept whereby companies integrate economic, social and environmental concerns in their business operations and in their interaction with their stakeholders on a voluntary basis.

Greek (EL)εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ)

Μια ιδέα σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες ενσωματώνουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στις επαφές τους με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σε εθελοντική ...

Marketing; Advertising

English (EN)logical appeals

Advertising approaches based on the performance, features or attributes of a product or service.

Greek (EL)επικλήσεις στη λογική

Διαφημιστικές προσεγγίσεις με επιχειρήματα σχετικά με την απόδοση, τα χαρακτηριστικά ή τα γνωρίσματα ενός προϊόντος ή υπηρεσίας.

Advertising; Marketing communications

English (EN)porter's five forces

A model created by Michael E Porter and used to analyze the five forces that affect a business: buyers, suppliers, substitutes, new entrants and rivals.

Greek (EL)Οι πέντε δυνάμεις του Porter

Μοντέλο που ανέπτυξε ο Michael E. Porter και χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πέντε δυνάμεων οι οποίες επηρεάζουν μια επιχείρηση: της διαπραγματευτικής δύναμης των αγοραστών, της διαπραγματευτικής δύναμης των προμηθευτών, της απειλής από υποκατάστατα προϊόντα ...

Business services; Marketing

English (EN)coupon

a portion of a certificate, ticket, label, advertisement, or the like, set off from the main body by dotted lines or the like to emphasize its separability, entitling the holder to something, as a gift or discount, or for use as an order blank, a contest ...

Greek (EL)κουπόνι

τμήμα ενός πιστοποιητικού, εισιτηρίου, ετικέτας, διαφήμισης, ή άλλου παρόμοιου αντικειμένου, το οποίο ξεχωρίζει από το κύριο σώμα με διακεκομμένες γραμμές ή κάτι παρόμοιο, ώστε να είναι ευδιάκριτο ότι μπορεί να αποκολληθεί και να χρησιμοποιηθεί ξεχωριστά, και ...

Business services; Marketing

English (EN)world-of-mouth

Word-of-mouth marketing (WOMM), also called word of mouth advertising, is an unpaid form of promotion—oral or written[1]—in which satisfied customers tell other people how much they like a business, product, service, or event. Word-of-mouth is one of the most ...

Greek (EL)word-of-mouth (στόμα με στόμα)

To word-of-mouth μάρκετινγκ (WOMM), το οποίο λέγεται επίσης και διαφήμιση word of mouth, είναι μια δωρεάν μορφή προώθησης—προφορική ή γραπτή[1]—κατά την οποία ικανοποιημένοι πελάτες λένε σε άλλους ανθρώπους πόσο πολύ τους άρεσε μια επιχείρηση, ένα προϊόν, μια ...

Advertising; New media advertising

English (EN)rank

A web site or advertisement's standing in comparison to other web sites or advertisements. Rank provides advertisers with information on performance comparisons and is often used in the calculations of online advertising costs.

Greek (EL)βαθμολογία (σειρά κατάταξης)

Η θέση μιας ιστοσελίδας ή μιας διαφήμισης σε σύγκριση με άλλες ιστοσελίδες ή διαφημίσεις Η βαθμολογία προσφέρει στους διαφημιστές πληροφορίες σχετικές με τις συγκρίσεις απόδοσης και χρησιμοποιείται συχνά στους υπολογισμούς κόστους της online διαφήμισης. ...

Advertising; Online advertising

English (EN)first-in strategy

A business strategy which seeks competitive advantage by being first into a new market. See firstmover advantage.

Greek (EL)στρατηγική first-in

Επιχειρησιακή στρατηγική που στοχεύει στην απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μιας επιχείρησης με την είσοδό της ως πρώτη σε μια νέα αγορά. Βλέπε πλεονέκτημα πρωτοπόρου. ...

Business administration; Business management

English (EN)offensive marketing strategy

An offensive marketing strategy seeks to take market share away from rivals. This strategy attacks the market by targeting the weaknesses of the competition and emphasizing the company's strengths in comparison.

Greek (EL)επιθετική στρατηγική μάρκετινγκ

Η επιθετική στρατηγική μάρκετινγκ έχει ως στόχο να αποσπάσει το μερίδιο αγοράς από τους ανταγωνιστές. Η εν λόγω στρατηγική επιτίθεται στην αγορά στοχεύοντας τις αδυναμίες του ανταγωνισμού και δίνοντας έμφαση στα δυνατά σημεία της επιχείρησης σε σύγκριση με ...

Business services; Marketing