portrait

Dimitrios Moutafis

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

834

Words Translated

0

Terms Translated

Dimitrios’ Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)conglomerate

A business organization, usually comprising a group of companies, with diverse and often unrelated financial interests but sometimes trading under the one name.

Greek (EL)όμιλος

Επιχειρηματικός οργανισμός, ο οποίος συνήθως αποτελείται από ομάδα εταιρειών, με διαφορετικά και συχνά άσχετα οικονομικά συμφέροντα οι οποίες όμως ορισμένες φορές λειτουργούν με κοινή ...

Business administration; Business management

English (EN)frequency

A calculation of the number of times a target audience is exposed to an advertising message during a given period.

Greek (EL)συχνότητα

Ο υπολογισμός του αριθμού των εκθέσεων ενός κοινού-στόχου σε ένα διαφημιστικό μήνυμα κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου.

Advertising; Marketing communications

English (EN)porter's five forces

A model created by Michael E Porter and used to analyze the five forces that affect a business: buyers, suppliers, substitutes, new entrants and rivals.

Greek (EL)Οι πέντε δυνάμεις του Porter

Μοντέλο που ανέπτυξε ο Michael E. Porter και χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πέντε δυνάμεων οι οποίες επηρεάζουν μια επιχείρηση: της διαπραγματευτικής δύναμης των αγοραστών, της διαπραγματευτικής δύναμης των προμηθευτών, της απειλής από υποκατάστατα προϊόντα ...

Business services; Marketing

English (EN)corporate social responsibility (CSR)

A concept whereby companies integrate economic, social and environmental concerns in their business operations and in their interaction with their stakeholders on a voluntary basis.

Greek (EL)εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ)

Μια ιδέα σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες ενσωματώνουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στις επαφές τους με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σε εθελοντική ...

Marketing; Advertising

English (EN)integration

The process by which the tools of marketing communications are used in combination to reinforce each other.

Greek (EL)ενσωμάτωση

Η διαδικασία μέσω της οποίας τα εργαλεία της επικοινωνίας μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται συνδυαστικά ώστε να ενισχύσουν το ένα το άλλο.

Advertising; Marketing communications

English (EN)world-of-mouth

Word-of-mouth marketing (WOMM), also called word of mouth advertising, is an unpaid form of promotion—oral or written[1]—in which satisfied customers tell other people how much they like a business, product, service, or event. Word-of-mouth is one of the most ...

Greek (EL)word-of-mouth (στόμα με στόμα)

To word-of-mouth μάρκετινγκ (WOMM), το οποίο λέγεται επίσης και διαφήμιση word of mouth, είναι μια δωρεάν μορφή προώθησης—προφορική ή γραπτή[1]—κατά την οποία ικανοποιημένοι πελάτες λένε σε άλλους ανθρώπους πόσο πολύ τους άρεσε μια επιχείρηση, ένα προϊόν, μια ...

Advertising; New media advertising

English (EN)digital strategist

In the fields of strategic management, marketing strategy and operational strategy, the digital strategist role is processing of specifying an organization's vision, goals, opportunities and initiatives in order to maximize the business benefits digital ...

Greek (EL)digital strategist

Στα πεδία του στρατηγικού μάνατζμεντ, της στρατηγικής μάρκετινγκ και της επιχειρησιακής στρατηγικής, ο digital strategist παίζει ρόλο στη λειτουργία του προσδιορισμού του οράματος, των στόχων, των ευκαιριών και των πρωτοβουλιών του οργανισμού, προκειμένου να ...

Advertising; New media advertising

English (EN)Harrison Ford

Harrison Ford (born July 13, 1942) is an American actor. He gained worldwide fame for his starring roles as archaeological adventurer Indiana Jones in “Raiders of the Lost Ark” and its sequels, and as the space hero Hans Solo in the original “Star Wars” ...

Greek (EL)Harrison Ford

O Harrison Ford (ημερ/νία γέννησης: 13 Ιουλίου 1942) είναι Αμερικανός ηθοποιός. Έγινε διάσημος παγκοσμίως για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους του ως ο τυχοδιώκτης αρχαιολόγος Indiana Jones στην ταινία «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού» και τα sequels της, και ως ο ...

People; Actors

English (EN)Henry Mintzberg

A Canadian management theorist (1939–), best known for his empirical observations of managers at work, highlighting the differences between what they are supposed to do, or what they think they do and what they actually do.

Greek (EL)Henry Mintzberg

Καναδός θεωρητικός του μάνατζμεντ (1939–), γνωστός για την εμπειρική του παρατήρηση στους μάνατζερ στο χώρο εργασίας, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαφορές ανάμεσα στο τι πρέπει να κάνουν, το τι νομίζουν ότι κάνουν και το τι κάνουν στην πραγματικότητα. ...

Business administration; Business management

English (EN)landing page

The page on a website where the user is taken to after clicking on an online advertisement. While this can be any page, it is often a page designed to expand information on the service or product mentioned in the initial advertisement.

Greek (EL)landing page

Η σελίδα ενός ιστότοπου στην οποία μεταφέρεται ο χρήστης αφού κάνει κλικ σε μια online διαφήμιση. Παρόλο που μπορεί να είναι οποιαδήποτε σελίδα, συχνά είναι μια σελίδα σχεδιασμένη να προσφέρει εκτεταμένες πληροφορίες για την υπηρεσία ή το προϊόν που αναφέρεται ...

Advertising; Online advertising