portrait

Dimitrios Moutafis

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

834

Words Translated

30

Terms Translated

Dimitrios’ Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)first-in strategy

A business strategy which seeks competitive advantage by being first into a new market. See firstmover advantage.

Greek (EL)στρατηγική first-in

Επιχειρησιακή στρατηγική που στοχεύει στην απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μιας επιχείρησης με την είσοδό της ως πρώτη σε μια νέα αγορά. Βλέπε πλεονέκτημα πρωτοπόρου. ...

Business administration; Business management

English (EN)netiquette

The do's and don'ts of online advertising behavior. For example, typing in all CAPITALS is considered shouting and thus not good netiquette.

Greek (EL)netiquette (κώδικας συμπεριφοράς στο διαδίκτυο)

Τα πρέπει και δεν πρέπει της συμπεριφοράς της online διαφήμισης. Για παράδειγμα, η πληκτρολόγηση με ΚΕΦΑΛΑΙΑ θεωρείται κραυγή και συνεπώς δεν αποτελεί καλή διαδικτυακή συμπεριφορά. ...

Advertising; Online advertising

English (EN)gross margin

The calculation of net sales value minus the cost of goods over a defined period.

Greek (EL)μικτό περιθώριο κέρδους

Το αποτέλεσμα του υπολογισμού της αξίας των καθαρών πωλήσεων μείον το κόστος πωληθέντων σε μια συγκεκριμένη περίοδο.

Advertising; Marketing communications

English (EN)logical appeals

Advertising approaches based on the performance, features or attributes of a product or service.

Greek (EL)επικλήσεις στη λογική

Διαφημιστικές προσεγγίσεις με επιχειρήματα σχετικά με την απόδοση, τα χαρακτηριστικά ή τα γνωρίσματα ενός προϊόντος ή υπηρεσίας.

Advertising; Marketing communications

English (EN)market structure

The ways in which a market for any product or service can bedefined or segmented.

Greek (EL)δομή αγοράς

Οι τρόποι με τους οποίους ορίζονται τα όρια ή ο κερματισμός μιας αγοράς για οποιοδήποτε προϊόν ή υπηρεσία.

Advertising; Marketing communications

English (EN)coupon

a portion of a certificate, ticket, label, advertisement, or the like, set off from the main body by dotted lines or the like to emphasize its separability, entitling the holder to something, as a gift or discount, or for use as an order blank, a contest ...

Greek (EL)κουπόνι

τμήμα ενός πιστοποιητικού, εισιτηρίου, ετικέτας, διαφήμισης, ή άλλου παρόμοιου αντικειμένου, το οποίο ξεχωρίζει από το κύριο σώμα με διακεκομμένες γραμμές ή κάτι παρόμοιο, ώστε να είναι ευδιάκριτο ότι μπορεί να αποκολληθεί και να χρησιμοποιηθεί ξεχωριστά, και ...

Business services; Marketing

English (EN)black twitter

Black Twitter is a cultural identity[1] on the Twitter social network focused on issues of interest to the black community, particularly in the United States. Feminista Jones described it in Salon as "a collective of active, primarily ...

Greek (EL)Black Twitter

To Black Twitter είναι η πολιτισμική ταυτότητα[1] μιας ομάδας χρηστών στο κοινωνικό δίκτυο Twitter η οποία επικεντρώνεται σε θέματα ενδιαφέροντος για την μαύρη κοινότητα, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Feminista Jones το περιέγραψε στην ενημερωτική ...

Social network; Microblogs

English (EN)porter's five forces

A model created by Michael E Porter and used to analyze the five forces that affect a business: buyers, suppliers, substitutes, new entrants and rivals.

Greek (EL)Οι πέντε δυνάμεις του Porter

Μοντέλο που ανέπτυξε ο Michael E. Porter και χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πέντε δυνάμεων οι οποίες επηρεάζουν μια επιχείρηση: της διαπραγματευτικής δύναμης των αγοραστών, της διαπραγματευτικής δύναμης των προμηθευτών, της απειλής από υποκατάστατα προϊόντα ...

Business services; Marketing

English (EN)corporate responsibility

Includes everything from hiring minority workers to making safe products, minimizing pollution, using energy wisely, and providing a safe work environment.

Greek (EL)εταιρική υπευθυνότητα

Περιλαμβάνει τα πάντα, από την πρόσληψη εργαζομένων μειονοτήτων έως την διασφάλιση της ασφάλειας των προϊόντων, την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης, τη συνετή χρήση ενέργειας και την παροχή ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος. ...

Business administration; Business management

English (EN)handbook

A book of instructions on how to operate some machine or procedure. In a more academic sense it is used of a survey of a particular field that is intended to be authoritative and comprehensive.

Greek (EL)εγχειρίδιο

Βιβλίο οδηγιών για την χρήση ορισμένων μηχανημάτων και διαδικασιών. Σε μια πιο ακαδημαϊκή έννοια χρησιμοποιείται στην έρευνα ενός συγκεκριμένου πεδίου που προορίζεται να είναι έγκυρη και ολοκληρωμένη. ...

Business administration; Business management