portrait

Dimitrios Moutafis

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

834

Words Translated

30

Terms Translated

Dimitrios’ Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)black twitter

Black Twitter is a cultural identity[1] on the Twitter social network focused on issues of interest to the black community, particularly in the United States. Feminista Jones described it in Salon as "a collective of active, primarily ...

Greek (EL)Black Twitter

To Black Twitter είναι η πολιτισμική ταυτότητα[1] μιας ομάδας χρηστών στο κοινωνικό δίκτυο Twitter η οποία επικεντρώνεται σε θέματα ενδιαφέροντος για την μαύρη κοινότητα, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Feminista Jones το περιέγραψε στην ενημερωτική ...

Social network; Microblogs

English (EN)coupon

a portion of a certificate, ticket, label, advertisement, or the like, set off from the main body by dotted lines or the like to emphasize its separability, entitling the holder to something, as a gift or discount, or for use as an order blank, a contest ...

Greek (EL)κουπόνι

τμήμα ενός πιστοποιητικού, εισιτηρίου, ετικέτας, διαφήμισης, ή άλλου παρόμοιου αντικειμένου, το οποίο ξεχωρίζει από το κύριο σώμα με διακεκομμένες γραμμές ή κάτι παρόμοιο, ώστε να είναι ευδιάκριτο ότι μπορεί να αποκολληθεί και να χρησιμοποιηθεί ξεχωριστά, και ...

Business services; Marketing

English (EN)rank

A web site or advertisement's standing in comparison to other web sites or advertisements. Rank provides advertisers with information on performance comparisons and is often used in the calculations of online advertising costs.

Greek (EL)βαθμολογία (σειρά κατάταξης)

Η θέση μιας ιστοσελίδας ή μιας διαφήμισης σε σύγκριση με άλλες ιστοσελίδες ή διαφημίσεις Η βαθμολογία προσφέρει στους διαφημιστές πληροφορίες σχετικές με τις συγκρίσεις απόδοσης και χρησιμοποιείται συχνά στους υπολογισμούς κόστους της online διαφήμισης. ...

Advertising; Online advertising

English (EN)communication

The process of dissemination of information to establish shared meaning between the sender and the receiver.

Greek (EL)επικοινωνία

Η διαδικασία της διάδοσης πληροφοριών για τη δημιουργία κοινού νοήματος μεταξύ του αποστολέα και του παραλήπτη.

Advertising; Marketing communications

English (EN)comparative advertising

The contrasting of one manufacturer’s products or services with those of another, either by naming the competitor or inferring its identity.

Greek (EL)συγκριτική διαφήμιση

Η σύγκριση των προϊόντων ή υπηρεσιών ενός κατασκευαστή με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες ενός άλλου, με κατονομασία ή υπαινιγμό για την ταυτότητά ...

Advertising; Marketing communications

English (EN)commission

The method of remunerating advertising agencies by means of a payment directly from the media – traditionally set at 15 per cent of the advertising expenditure.

Greek (EL)προμήθεια

Η μέθοδος της αμοιβής των διαφημιστικών πρακτορείων μέσω πληρωμής απευθείας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης - παραδοσιακά ορίζεται σε ποσοστό 15 τοις εκατό επί των δαπανών διαφήμισης. ...

Advertising; Marketing communications

English (EN)digital strategist

In the fields of strategic management, marketing strategy and operational strategy, the digital strategist role is processing of specifying an organization's vision, goals, opportunities and initiatives in order to maximize the business benefits digital ...

Greek (EL)digital strategist

Στα πεδία του στρατηγικού μάνατζμεντ, της στρατηγικής μάρκετινγκ και της επιχειρησιακής στρατηγικής, ο digital strategist παίζει ρόλο στη λειτουργία του προσδιορισμού του οράματος, των στόχων, των ευκαιριών και των πρωτοβουλιών του οργανισμού, προκειμένου να ...

Advertising; New media advertising

English (EN)porter's five forces

A model created by Michael E Porter and used to analyze the five forces that affect a business: buyers, suppliers, substitutes, new entrants and rivals.

Greek (EL)Οι πέντε δυνάμεις του Porter

Μοντέλο που ανέπτυξε ο Michael E. Porter και χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πέντε δυνάμεων οι οποίες επηρεάζουν μια επιχείρηση: της διαπραγματευτικής δύναμης των αγοραστών, της διαπραγματευτικής δύναμης των προμηθευτών, της απειλής από υποκατάστατα προϊόντα ...

Business services; Marketing

English (EN)corporate responsibility

Includes everything from hiring minority workers to making safe products, minimizing pollution, using energy wisely, and providing a safe work environment.

Greek (EL)εταιρική υπευθυνότητα

Περιλαμβάνει τα πάντα, από την πρόσληψη εργαζομένων μειονοτήτων έως την διασφάλιση της ασφάλειας των προϊόντων, την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης, τη συνετή χρήση ενέργειας και την παροχή ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος. ...

Business administration; Business management

English (EN)offensive marketing strategy

An offensive marketing strategy seeks to take market share away from rivals. This strategy attacks the market by targeting the weaknesses of the competition and emphasizing the company's strengths in comparison.

Greek (EL)επιθετική στρατηγική μάρκετινγκ

Η επιθετική στρατηγική μάρκετινγκ έχει ως στόχο να αποσπάσει το μερίδιο αγοράς από τους ανταγωνιστές. Η εν λόγω στρατηγική επιτίθεται στην αγορά στοχεύοντας τις αδυναμίες του ανταγωνισμού και δίνοντας έμφαση στα δυνατά σημεία της επιχείρησης σε σύγκριση με ...

Business services; Marketing