Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Word-of-mouth marketing (WOMM), also called word of mouth advertising, is an unpaid form of promotion—oral or written[1]—in which satisfied customers tell other people how much they like a business, product, service, or event. Word-of-mouth is one of the most ...
To word-of-mouth μάρκετινγκ (WOMM), το οποίο λέγεται επίσης και διαφήμιση word of mouth, είναι μια δωρεάν μορφή προώθησης—προφορική ή γραπτή[1]—κατά την οποία ικανοποιημένοι πελάτες λένε σε άλλους ανθρώπους πόσο πολύ τους άρεσε μια επιχείρηση, ένα προϊόν, μια ...
European researchers have created a robotic hand that lets amputees feel differences between things they touch, the holy grail for artificial limbs. A The patient only got to experiment with the bulky prototype for a week, and it's far from the bionics of ...
Ευρωπαίοι ερευνητές δημιούργησαν ένα ρομποτικό χέρι που επιτρέπει σε ακρωτηριασμένους να αισθάνονται τη διαφορά σε πράγματα που αγγίζουν, κάτι το οποίο αποτελεί το Ιερό Δισκοπότηρο της προσθετικής τεχνητών μελών. Ο ασθενής Α δοκίμασε πειραματικά το ογκώδες ...
A branch of anthropology that is concerned with measuring human physical characteristics. It is used in a workplace environment when the nature of human size, shape and movement is of particular concern to ergonomics.
Κλάδος της ανθρωπολογίας που ασχολείται με τη μέτρηση της ανθρωπίνων φυσικών χαρακτηριστικών. Χρησιμοποιείται σε ένα περιβάλλον εργασίας, όταν η φύση του ανθρώπινου μεγέθους, του σχήματος και της κίνησης είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την εργονομία. ...
A calculation of the number of times a target audience is exposed to an advertising message during a given period.
Ο υπολογισμός του αριθμού των εκθέσεων ενός κοινού-στόχου σε ένα διαφημιστικό μήνυμα κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου.
A branch of management science that applies mathematics to a series of techniques, like critical path analysis, which an organization may use in its planning and decision-making. In essence, operational research is used to see whether the efficiency and cost ...
Kλάδος της επιστήμης του μάνατζμεντ που εφαρμόζει τα μαθηματικά σε μια σειρά από τεχνικές, όπως η ανάλυση κρίσιμης διαδρομής, την οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας οργανισμός στον προγραμματισμό και τη λήψη αποφάσεων. Στην ουσία, η επιχειρησιακή έρευνα ...
In the fields of strategic management, marketing strategy and operational strategy, the digital strategist role is processing of specifying an organization's vision, goals, opportunities and initiatives in order to maximize the business benefits digital ...
Στα πεδία του στρατηγικού μάνατζμεντ, της στρατηγικής μάρκετινγκ και της επιχειρησιακής στρατηγικής, ο digital strategist παίζει ρόλο στη λειτουργία του προσδιορισμού του οράματος, των στόχων, των ευκαιριών και των πρωτοβουλιών του οργανισμού, προκειμένου να ...
A Canadian management theorist (1939–), best known for his empirical observations of managers at work, highlighting the differences between what they are supposed to do, or what they think they do and what they actually do.
Καναδός θεωρητικός του μάνατζμεντ (1939–), γνωστός για την εμπειρική του παρατήρηση στους μάνατζερ στο χώρο εργασίας, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαφορές ανάμεσα στο τι πρέπει να κάνουν, το τι νομίζουν ότι κάνουν και το τι κάνουν στην πραγματικότητα. ...
A business strategy which seeks competitive advantage by being first into a new market. See firstmover advantage.
Επιχειρησιακή στρατηγική που στοχεύει στην απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μιας επιχείρησης με την είσοδό της ως πρώτη σε μια νέα αγορά. Βλέπε πλεονέκτημα πρωτοπόρου. ...
A model created by Michael E Porter and used to analyze the five forces that affect a business: buyers, suppliers, substitutes, new entrants and rivals.
Μοντέλο που ανέπτυξε ο Michael E. Porter και χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πέντε δυνάμεων οι οποίες επηρεάζουν μια επιχείρηση: της διαπραγματευτικής δύναμης των αγοραστών, της διαπραγματευτικής δύναμης των προμηθευτών, της απειλής από υποκατάστατα προϊόντα ...
A business organization, usually comprising a group of companies, with diverse and often unrelated financial interests but sometimes trading under the one name.
Επιχειρηματικός οργανισμός, ο οποίος συνήθως αποτελείται από ομάδα εταιρειών, με διαφορετικά και συχνά άσχετα οικονομικά συμφέροντα οι οποίες όμως ορισμένες φορές λειτουργούν με κοινή ...