Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A business strategy which seeks competitive advantage by being first into a new market. See firstmover advantage.
Επιχειρησιακή στρατηγική που στοχεύει στην απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μιας επιχείρησης με την είσοδό της ως πρώτη σε μια νέα αγορά. Βλέπε πλεονέκτημα πρωτοπόρου. ...
A business organization, usually comprising a group of companies, with diverse and often unrelated financial interests but sometimes trading under the one name.
Επιχειρηματικός οργανισμός, ο οποίος συνήθως αποτελείται από ομάδα εταιρειών, με διαφορετικά και συχνά άσχετα οικονομικά συμφέροντα οι οποίες όμως ορισμένες φορές λειτουργούν με κοινή ...
a portion of a certificate, ticket, label, advertisement, or the like, set off from the main body by dotted lines or the like to emphasize its separability, entitling the holder to something, as a gift or discount, or for use as an order blank, a contest ...
τμήμα ενός πιστοποιητικού, εισιτηρίου, ετικέτας, διαφήμισης, ή άλλου παρόμοιου αντικειμένου, το οποίο ξεχωρίζει από το κύριο σώμα με διακεκομμένες γραμμές ή κάτι παρόμοιο, ώστε να είναι ευδιάκριτο ότι μπορεί να αποκολληθεί και να χρησιμοποιηθεί ξεχωριστά, και ...
Includes everything from hiring minority workers to making safe products, minimizing pollution, using energy wisely, and providing a safe work environment.
Περιλαμβάνει τα πάντα, από την πρόσληψη εργαζομένων μειονοτήτων έως την διασφάλιση της ασφάλειας των προϊόντων, την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης, τη συνετή χρήση ενέργειας και την παροχή ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος. ...
A Canadian management theorist (1939–), best known for his empirical observations of managers at work, highlighting the differences between what they are supposed to do, or what they think they do and what they actually do.
Καναδός θεωρητικός του μάνατζμεντ (1939–), γνωστός για την εμπειρική του παρατήρηση στους μάνατζερ στο χώρο εργασίας, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαφορές ανάμεσα στο τι πρέπει να κάνουν, το τι νομίζουν ότι κάνουν και το τι κάνουν στην πραγματικότητα. ...
The process by which the tools of marketing communications are used in combination to reinforce each other.
Η διαδικασία μέσω της οποίας τα εργαλεία της επικοινωνίας μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται συνδυαστικά ώστε να ενισχύσουν το ένα το άλλο.
A concept whereby companies integrate economic, social and environmental concerns in their business operations and in their interaction with their stakeholders on a voluntary basis.
Μια ιδέα σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες ενσωματώνουν τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στις επαφές τους με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σε εθελοντική ...
In the fields of strategic management, marketing strategy and operational strategy, the digital strategist role is processing of specifying an organization's vision, goals, opportunities and initiatives in order to maximize the business benefits digital ...
Στα πεδία του στρατηγικού μάνατζμεντ, της στρατηγικής μάρκετινγκ και της επιχειρησιακής στρατηγικής, ο digital strategist παίζει ρόλο στη λειτουργία του προσδιορισμού του οράματος, των στόχων, των ευκαιριών και των πρωτοβουλιών του οργανισμού, προκειμένου να ...
A calculation of the number of times a target audience is exposed to an advertising message during a given period.
Ο υπολογισμός του αριθμού των εκθέσεων ενός κοινού-στόχου σε ένα διαφημιστικό μήνυμα κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου.
The process by which a marketer develops and presents stimuli to a defined target audience with the purpose of eliciting a desired set of responses.
Η διαδικασία μέσω της οποίας ένας διαφημιστής αναπτύσσει και προσφέρει ερεθίσματα σε καθορισμένο κοινό-στόχο με σκοπό την απόσπαση από αυτούς ενός επιθυμητού συνόλου αντιδράσεων. ...