portrait

Dimitrios Moutafis

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

834

Words Translated

0

Terms Translated

Dimitrios’ Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)market structure

The ways in which a market for any product or service can bedefined or segmented.

Greek (EL)δομή αγοράς

Οι τρόποι με τους οποίους ορίζονται τα όρια ή ο κερματισμός μιας αγοράς για οποιοδήποτε προϊόν ή υπηρεσία.

Advertising; Marketing communications

English (EN)digital strategist

In the fields of strategic management, marketing strategy and operational strategy, the digital strategist role is processing of specifying an organization's vision, goals, opportunities and initiatives in order to maximize the business benefits digital ...

Greek (EL)digital strategist

Στα πεδία του στρατηγικού μάνατζμεντ, της στρατηγικής μάρκετινγκ και της επιχειρησιακής στρατηγικής, ο digital strategist παίζει ρόλο στη λειτουργία του προσδιορισμού του οράματος, των στόχων, των ευκαιριών και των πρωτοβουλιών του οργανισμού, προκειμένου να ...

Advertising; New media advertising

English (EN)Blawker

Blog + stalker = blawker. Someone that regularly checks in on a limited number of choice blogs that they are fans of, often without leaving comments but with high appreciation for the blog content.

Greek (EL)Blawker

Blog + stalker (αθέατος θαυμαστής) = blawker. Κάποιος ο οποίος ελέγχει συχνά έναν περιορισμένο αριθμό μπλογκ της επιλογής του των οποίων είναι οπαδός, συχνά χωρίς να αφήνει σχόλια, όμως με μεγάλο θαυμασμό για το περιεχόμενο των ...

Social network; Social marketing

English (EN)logical appeals

Advertising approaches based on the performance, features or attributes of a product or service.

Greek (EL)επικλήσεις στη λογική

Διαφημιστικές προσεγγίσεις με επιχειρήματα σχετικά με την απόδοση, τα χαρακτηριστικά ή τα γνωρίσματα ενός προϊόντος ή υπηρεσίας.

Advertising; Marketing communications

English (EN)netiquette

The do's and don'ts of online advertising behavior. For example, typing in all CAPITALS is considered shouting and thus not good netiquette.

Greek (EL)netiquette (κώδικας συμπεριφοράς στο διαδίκτυο)

Τα πρέπει και δεν πρέπει της συμπεριφοράς της online διαφήμισης. Για παράδειγμα, η πληκτρολόγηση με ΚΕΦΑΛΑΙΑ θεωρείται κραυγή και συνεπώς δεν αποτελεί καλή διαδικτυακή συμπεριφορά. ...

Advertising; Online advertising

English (EN)marketing communications

The process by which a marketer develops and presents stimuli to a defined target audience with the purpose of eliciting a desired set of responses.

Greek (EL)επικοινωνία μάρκετινγκ

Η διαδικασία μέσω της οποίας ένας διαφημιστής αναπτύσσει και προσφέρει ερεθίσματα σε καθορισμένο κοινό-στόχο με σκοπό την απόσπαση από αυτούς ενός επιθυμητού συνόλου αντιδράσεων. ...

Advertising; Marketing communications

English (EN)anthropometry

A branch of anthropology that is concerned with measuring human physical characteristics. It is used in a workplace environment when the nature of human size, shape and movement is of particular concern to ergonomics.

Greek (EL)ανθρωπομετρία

Κλάδος της ανθρωπολογίας που ασχολείται με τη μέτρηση της ανθρωπίνων φυσικών χαρακτηριστικών. Χρησιμοποιείται σε ένα περιβάλλον εργασίας, όταν η φύση του ανθρώπινου μεγέθους, του σχήματος και της κίνησης είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την εργονομία. ...

Business administration; Business management

English (EN)first-in strategy

A business strategy which seeks competitive advantage by being first into a new market. See firstmover advantage.

Greek (EL)στρατηγική first-in

Επιχειρησιακή στρατηγική που στοχεύει στην απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μιας επιχείρησης με την είσοδό της ως πρώτη σε μια νέα αγορά. Βλέπε πλεονέκτημα πρωτοπόρου. ...

Business administration; Business management

English (EN)landing page

The page on a website where the user is taken to after clicking on an online advertisement. While this can be any page, it is often a page designed to expand information on the service or product mentioned in the initial advertisement.

Greek (EL)landing page

Η σελίδα ενός ιστότοπου στην οποία μεταφέρεται ο χρήστης αφού κάνει κλικ σε μια online διαφήμιση. Παρόλο που μπορεί να είναι οποιαδήποτε σελίδα, συχνά είναι μια σελίδα σχεδιασμένη να προσφέρει εκτεταμένες πληροφορίες για την υπηρεσία ή το προϊόν που αναφέρεται ...

Advertising; Online advertising

English (EN)rank

A web site or advertisement's standing in comparison to other web sites or advertisements. Rank provides advertisers with information on performance comparisons and is often used in the calculations of online advertising costs.

Greek (EL)βαθμολογία (σειρά κατάταξης)

Η θέση μιας ιστοσελίδας ή μιας διαφήμισης σε σύγκριση με άλλες ιστοσελίδες ή διαφημίσεις Η βαθμολογία προσφέρει στους διαφημιστές πληροφορίες σχετικές με τις συγκρίσεις απόδοσης και χρησιμοποιείται συχνά στους υπολογισμούς κόστους της online διαφήμισης. ...

Advertising; Online advertising