Terms and text shown below represent Dimitrios’ contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Word-of-mouth marketing (WOMM), also called word of mouth advertising, is an unpaid form of promotion—oral or written[1]—in which satisfied customers tell other people how much they like a business, product, service, or event. Word-of-mouth is one of the most ...
To word-of-mouth μάρκετινγκ (WOMM), το οποίο λέγεται επίσης και διαφήμιση word of mouth, είναι μια δωρεάν μορφή προώθησης—προφορική ή γραπτή[1]—κατά την οποία ικανοποιημένοι πελάτες λένε σε άλλους ανθρώπους πόσο πολύ τους άρεσε μια επιχείρηση, ένα προϊόν, μια ...
The process by which the tools of marketing communications are used in combination to reinforce each other.
Η διαδικασία μέσω της οποίας τα εργαλεία της επικοινωνίας μάρκετινγκ χρησιμοποιούνται συνδυαστικά ώστε να ενισχύσουν το ένα το άλλο.
Blog + stalker = blawker. Someone that regularly checks in on a limited number of choice blogs that they are fans of, often without leaving comments but with high appreciation for the blog content.
Blog + stalker (αθέατος θαυμαστής) = blawker. Κάποιος ο οποίος ελέγχει συχνά έναν περιορισμένο αριθμό μπλογκ της επιλογής του των οποίων είναι οπαδός, συχνά χωρίς να αφήνει σχόλια, όμως με μεγάλο θαυμασμό για το περιεχόμενο των ...
In the fields of strategic management, marketing strategy and operational strategy, the digital strategist role is processing of specifying an organization's vision, goals, opportunities and initiatives in order to maximize the business benefits digital ...
Στα πεδία του στρατηγικού μάνατζμεντ, της στρατηγικής μάρκετινγκ και της επιχειρησιακής στρατηγικής, ο digital strategist παίζει ρόλο στη λειτουργία του προσδιορισμού του οράματος, των στόχων, των ευκαιριών και των πρωτοβουλιών του οργανισμού, προκειμένου να ...
The method of remunerating advertising agencies by means of a payment directly from the media – traditionally set at 15 per cent of the advertising expenditure.
Η μέθοδος της αμοιβής των διαφημιστικών πρακτορείων μέσω πληρωμής απευθείας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης - παραδοσιακά ορίζεται σε ποσοστό 15 τοις εκατό επί των δαπανών διαφήμισης. ...
A business strategy which seeks competitive advantage by being first into a new market. See firstmover advantage.
Επιχειρησιακή στρατηγική που στοχεύει στην απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μιας επιχείρησης με την είσοδό της ως πρώτη σε μια νέα αγορά. Βλέπε πλεονέκτημα πρωτοπόρου. ...
Advertising approaches based on the performance, features or attributes of a product or service.
Διαφημιστικές προσεγγίσεις με επιχειρήματα σχετικά με την απόδοση, τα χαρακτηριστικά ή τα γνωρίσματα ενός προϊόντος ή υπηρεσίας.
A business organization, usually comprising a group of companies, with diverse and often unrelated financial interests but sometimes trading under the one name.
Επιχειρηματικός οργανισμός, ο οποίος συνήθως αποτελείται από ομάδα εταιρειών, με διαφορετικά και συχνά άσχετα οικονομικά συμφέροντα οι οποίες όμως ορισμένες φορές λειτουργούν με κοινή ...
A branch of anthropology that is concerned with measuring human physical characteristics. It is used in a workplace environment when the nature of human size, shape and movement is of particular concern to ergonomics.
Κλάδος της ανθρωπολογίας που ασχολείται με τη μέτρηση της ανθρωπίνων φυσικών χαρακτηριστικών. Χρησιμοποιείται σε ένα περιβάλλον εργασίας, όταν η φύση του ανθρώπινου μεγέθους, του σχήματος και της κίνησης είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την εργονομία. ...
The calculation of net sales value minus the cost of goods over a defined period.
Το αποτέλεσμα του υπολογισμού της αξίας των καθαρών πωλήσεων μείον το κόστος πωληθέντων σε μια συγκεκριμένη περίοδο.