portrait

Vasiliki Koui

London, United Kingdom

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

196

Words Translated

9

Terms Translated

Vasiliki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Vasiliki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Chinese wall

An imaginary wall of separation that exists between the brokerage firm and any investment management operations associated with that firm.

Greek (EL)Σινικό τείχος

Ένα φανταστικό τείχος διαχωρισμού μιας χρηματιστηριακής εταιρίας από οποιεσδήποτε επιχειρήσεις διαχείρισης επενδύσεων που σχετίζονται με αυτή την ...

Banking; Initial public offering

English (EN)world culture(s)

The shared ideas, beliefs, customs, and experiences of a given people at a given time.

Greek (EL)Πολιτισμοί του κόσμου

Οι ιδέες, οι αντιλήψεις, τα έθιμα και οι εμπειρίες συγκεκριμένων ανθρώπων σε μια δεδομένη στιγμή.

Dance; Choreography

English (EN)kick-ball-change

A movement involving a small kick or flick of the lower leg, followed by a ball-change action. Usually taken in a syncopated rhythm, such as 1&2.

Greek (EL)μετάρσια αλλαγή με κλωτσιά

Μια κίνηση που περιλαμβάνει μια μικρή κλωτσιά ή κτύπημα, ακολουθούμενη από αλλαγή μεταρσίου. Συνήθως πραγματοποιείται σε συγκοπτόμενο ρυθμό τύπου 1 και ...

Dance; Ballroom

English (EN)amount of turn

The amount of rotation of the feet which occurs on one step, or between two consecutive steps. In the charts, rotation is measured in fractions of a full turn. Body rotation is indicated only when different from the feet.

Greek (EL)ποσοστό περιστροφής

Το ποσοστό περιστροφής των ποδιών που διεξάγεται σε ένα βήμα ή μεταξύ δύο συνεχόμενων βημάτων. Η περιστροφή μετριέται σε κλάσματα μιας ολόκληρης στροφής. Η περιστροφή του σώματος αναφέρεται μόνο όταν είναι διαφορετική από αυτή των ...

Dance; Ballroom

English (EN)instep

The part of the foot which is on the inside edge, between the ball and the heel.

Greek (EL)καμάρα

Το μέρος της πατούσας που βρίσκεται στο εσωτερικό άκρο, μεταξύ του μπροστινού μέρους του ποδιού και της φτέρνας.

Dance; Ballroom

English (EN)variety

Diversity in treatment of the material within the theme of the composition; an embellishment or change in movement or theme to add interest or meaning.

Greek (EL)ποικιλία

Διαφορετικότητα στην επεξεργασία του υλικού εντός του θέματος της σύνθεσης. Μία λεπτομέρεια ή αλλαγή στην κίνηση ή στο θέμα ώστε να προστεθεί ενδιαφέρον ή ...

Dance; Choreography

English (EN)amalgamation

A combination of two or more patterns or movements.

Greek (EL)ένωση

Ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων φιγούρων ή κινήσεων.

Dance; Ballroom

English (EN)National Association of Securities Dealers Automated Quotations (Nasdaq)

a national computer network through which securities dealers execute and post transactions and record prices. It is the major method of over-the-counter trading.

Greek (EL)NASDAQ (δείκτης)

Ένα εθνικό δίκτυο υπολογιστών μέσο του οποίου οι χρηματιστές εκτελούν και ανακοινώνουν συναλλαγές και καταγράφουν τιμές. Είναι η κύρια μεθοδος για τις ημιεπίσημες αγορές ...

Banking; Initial public offering

English (EN)alemana

An underarm turn in which the lady turns to the right under the right hand, used specifically in International Rumba and Cha Cha.

Greek (EL)alemana

Στροφή κατά την οποία η ντάμα στρίβει προς τα δεξιά, κάτω από το δεξί χέρι, συγκερκιμένα κατά τη Διεθνή Ρούμπα και Τσα Τσα.

Dance; Ballroom