portrait

Georgia Efraimidou

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

1,250

Words Translated

57

Terms Translated

Georgia’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Georgia’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)invitation for tender

special procedure for generating competing offers from different bidders looking to obtain an award of business activity in architecture, design, town-planning or landscape architecture.

Greek (EL)πρόσκληση υποβολής προσφορών

Ειδική διαδικασία για την υποβολή ανταγωνιστικών προσφορών από διαφορετικούς υποψηφίους που επιθυμούν να εκτελέσουν μια επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα της αρχιτεκτονικής, του σχεδιασμού, της πολεοδομίας ή της αρχιτεκτονικής ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)carpenter

A carpenter (builder) is a skilled craftsperson who performs carpentry. Carpenters work with timber to construct, install and maintain buildings, furniture, and other objects. The work may involve manual labor and work outdoors.

Greek (EL)ξυλουργός

Ένας ξυλουργός (οικοδόμος) είναι ένα εξειδικευμένο τεχνίτης που ασκεί την ξυλουργική. Οι ξυλουργοί δουλεύουν με το ξύλο για να κατασκευάσουν, να εγκαταστήσουν και να συντηρούν κτίρια, έπιπλα και άλλα αντικείμενα. Η εργασία τους μπορεί να περιλαμβάνει ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)watertight

Which doesn't allow water to pas in and out, which prevent leaks.

Greek (EL)υδατοστεγής, στεγανός

Αυτός που δεν επιτρέπει στο νερό να περάσει από μέσα, αυτός που εμποδίζει τις διαρροές.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)agency

Commercial organisation that provides a set of services in architecture. It oftens gathers several architects.

Greek (EL)υπηρεσία

Εμπορικός οργανισμός που παρέχει ένα σύνολο υπηρεσιών στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Συνήθως συγκεντρώνει αρκετούς αρχιτέκτονες.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)exterior

[adj] : Situated in or suitable for the outdoors or outside of a building# [n] [n] : the region that is outside of something

Greek (EL)εξωτερικός

[Επίθ]: Αυτός που βρίσκεται ή που ταιριάζει στον υπαίθριο ή τον εξωτερικό χώρο ενός κτιρίου # [n] [n]: η περιοχή που βρίσκεται έξω από κάτι

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)bioclimatic

The bioclimatic or green building (also known as green construction or sustainable building) refers to a structure and using process that is environmentally responsible and resource-efficient throughout a building's life-cycle: from siting to design, ...

Greek (EL)βιοκλιματικός

Το βιοκλιματικό ή πράσινο κτίριο (επίσης γνωστό ως πράσινη κατασκευή ή ενεργειακό κτίριο) αναφέρεται στην κατασκευή και σε διαδικασίες που να είναι περιβαλλοντικά υπεύθυνες και αξιοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους, καθ' όλη τη διάρκεια ζωής ενός κτιρίου: από ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)agency

Commercial organisation that provides a set of services in architecture. It oftens gathers several architects.

Greek (EL)οργανισμός, υπηρεσία

Εμπορικός οργανισμός που παρέχει ένα σύνολο υπηρεσιών στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Συνήθως συγκεντρώνει αρκετούς αρχιτέκτονες

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)framework

A structure supporting roof, floor or walls.

Greek (EL)πλαίσιο

Μια δομή που υποστηρίζει την οροφή, το δάπεδο ή τους τοίχους.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)competition

A contest for some prize, honor, or advantage. In the building industry an architecture competition is a contest between architects to obtain a prize for the conceptual work or an order to make a building.

Greek (EL)διαγωνισμός

Ένας διαγωνισμός για κάποιο βραβείο, τιμητική διάκριση, ή όφελος. Στην οικοδομική βιομηχανία ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός είναι ένας διαγωνισμός μεταξύ αρχιτεκτόνων με τίμημα ένα βραβείο ή μια ανάθεση ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)coating

Coating is a covering that is applied to the surface of an object, usually referred to as the substrate. In many cases coatings are applied to improve surface properties of the substrate, such as appearance, adhesion, wet-ability, corrosion resistance, wear ...

Greek (EL)επίχρισμα

Επίχρισμα είναι μια κάλυψη που εφαρμόζεται στην επιφάνεια ενός αντικειμένου και που συνήθως αναφέρεται ως υπόστρωμα. Σε πολλές περιπτώσεις, τα επιχρίσματα εφαρμόζονται για να βελτιώσουν τις ιδιότητες της επιφάνειας του υποστρώματος, όπως η εμφάνιση, πρόσφυση, ...

Architecture; Architecture contemporaine