Georgia Efraimidou

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)


Words Translated


Terms Translated

Georgia’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Georgia’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)agency

Commercial organisation that provides a set of services in architecture. It oftens gathers several architects.

Greek (EL)υπηρεσία

Εμπορικός οργανισμός που παρέχει ένα σύνολο υπηρεσιών στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Συνήθως συγκεντρώνει αρκετούς αρχιτέκτονες.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)building permit

A construction permit or building permit is a permit required in most jurisdictions for new construction, or adding on to pre-existing structures, and in some cases for major renovations.

Greek (EL)οικοδομική άδεια

Η άδεια κατασκευής ή άδεια οικοδομής είναι η άδεια που απαιτείται από το νόμο για νέα κτίσματα, ή για προσθήκες σε προϋπάρχουσες κατασκευές, και σε ορισμένες περιπτώσεις, για μείζονες ανακαινίσεις. ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)building material

Building materials are used in the construction industry to create buildings and structures. They can be natural : wood, lime, hemp, cellulose, wool, and synthetic : steel, plaster, ceramic, glass, plastic, concrete.

Greek (EL)δομικό υλικό

Τα δομικά υλικά χρησιμοποιούνται στον κατασκευαστικό κλάδο για τη δημιουργία κτιρίων και κατασκευών. Μπορούν να είναι φυσικά υλικά: ξύλο, ασβέστης, σκοινί, κυτταρίνη, μαλλί, και συνθετικά υλικά: χάλυβας, γύψος, κεραμικό, γυαλί, πλαστικό, ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)urban

1.Located in or characteristic of a city or city life. 2.Relating to or concerned with a city or densely populated area.

Greek (EL)αστικός

1.Ευρισκόμενος ή χαρακτηριστικός μιας πόλης ή της ζωής στην πόλη. 2. Σχετικός με μια πόλη ή με μια πυκνοκατοικημένη περιοχή.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)accomodation

Structures in which people are housed, individually or collectively.

Greek (EL)κατάλυμμα

Κτίσματα στα οποία στεγάζονται οι άνθρωποι, ατομικά ή συλλογικά.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)apse

Semicircular recess covered with a hemispherical vault or semi-dome.

Greek (EL)αψίδα

Ημικυκλική εσοχή που καλύπτεται με ημισφαιρικό θόλο ή ημι-τρούλο.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)watertight

Which doesn't allow water to pas in and out, which prevent leaks.

Greek (EL)υδατοστεγής, στεγανός

Αυτός που δεν επιτρέπει στο νερό να περάσει από μέσα, αυτός που εμποδίζει τις διαρροές.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)rural

1. relating to rural areas 2. living in or characteristic of farming or country life

Greek (EL)αγροτικός

1. σχετικός με αγροτικές περιοχές 2. που κατοικεί ή που έχει χαρακτηριστικά καλλιέργειας ή επαρχιώτικης ζωής

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)coating

Coating is a covering that is applied to the surface of an object, usually referred to as the substrate. In many cases coatings are applied to improve surface properties of the substrate, such as appearance, adhesion, wet-ability, corrosion resistance, wear ...

Greek (EL)επίχρισμα

Επίχρισμα είναι μια κάλυψη που εφαρμόζεται στην επιφάνεια ενός αντικειμένου και που συνήθως αναφέρεται ως υπόστρωμα. Σε πολλές περιπτώσεις, τα επιχρίσματα εφαρμόζονται για να βελτιώσουν τις ιδιότητες της επιφάνειας του υποστρώματος, όπως η εμφάνιση, πρόσφυση, ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)city hall

The administrative offices of a municipal government

Greek (EL)δημαρχείο

Τα διοικητικά γραφεία μιας δημοτικής διακυβέρνησης.

Architecture; Architecture contemporaine