portrait

Georgia Efraimidou

Athens, Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

1,250

Words Translated

57

Terms Translated

Georgia’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Georgia’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)religious architecture

Religious architecture (also known as sacred architecture) is concerned with the design and construction of places of worship and/or sacred or intentional space, such as churches, mosques, stupas, synagogues, and temples.

Greek (EL)θρησκευτική αρχιτεκτονική

Η θρησκευτική αρχιτεκτονική (επίσης γνωστή ως ιερό αρχιτεκτονική), ασχολείται με το σχεδιασμό και την κατασκευή χώρων λατρείας και/ή ιερό ή ειδικό χώρο, όπως τζαμιά εκκλησίες, stupas, συναγωγές και ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)roofer

A builder specialised in making roofs, footings and outer weatherproof skin, as found on most domestic architecture.

Greek (EL)στεγάς

Ένας οικοδόμος που ειδικεύεται στην κατασκευή στεγών, σκελετού και εξωτερικού πετσώματος, που έχουν εφαρμογή στην αρχιτεκτονική κατοικιών.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)ventilation

The act of supplying fresh air and getting rid of foul air, around a closed space. A mechanical system in a building that provides fresh air.

Greek (EL)αερισμός

Η πράξη με την οποία παρέχουμε καθαρό αέρα και απομακρύνουμε τον βρώμικο αέρα από ένα κλειστό χώρο. Ένα μηχανικό σύστημα σε ένα κτίριο που παρέχει καθαρό ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)city planner

An engenier in charge with city planning, that is upgrading transports, life, housing of a city.

Greek (EL)πολεοδόμος

Ένας μηχανικός αρμόδιος για την πολεοδόμηση, δηλαδή για τη την αναβάθμιση των μεταφορών, της ζωής, της στέγασης σε μια πόλη.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)land register

Record concerning ownership, possession or other rights in land to provide evidence of title, facilitate transactions and to prevent unlawful disposal, usually edited by a government agency or department.

Greek (EL)κτηματολόγιο

Μητρώο που καταγράφει την κυριότητα, την κατοχή ή άλλα δικαιώματα σε γη, με σκοπό να αποδεικνύει την κυριότητα, να διευκολύνει τις συναλλαγές και να αποτρέπει την παράνομη διάθεση. Συνήθως εκδίδεται από ένα κυβερνητικό οργανισμό ή ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)lighting

Lighting is the deliberate application of light to achieve some aesthetic or practical effect. Lighting includes use of both artificial light sources such as lamps and natural illumination of interiors from daylight.

Greek (EL)φωτισμός

Ο φωτισμός είναι η εσκεμμένη εφαρμογή του φωτός με σκοπό να επιτευχθεί κάποιο αισθητικό ή πρακτικό αποτέλεσμα. Ο φωτισμός περιλαμβάνει τη συνδυασμένη χρήση τεχνιτών πηγών φωτός όπως λάμπες, αλλά και τον φυσικό φωτισμό των εσωτερικών χώρων από το φυσικό ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)coating

Coating is a covering that is applied to the surface of an object, usually referred to as the substrate. In many cases coatings are applied to improve surface properties of the substrate, such as appearance, adhesion, wet-ability, corrosion resistance, wear ...

Greek (EL)επίχρισμα

Επίχρισμα είναι μια κάλυψη που εφαρμόζεται στην επιφάνεια ενός αντικειμένου και που συνήθως αναφέρεται ως υπόστρωμα. Σε πολλές περιπτώσεις, τα επιχρίσματα εφαρμόζονται για να βελτιώσουν τις ιδιότητες της επιφάνειας του υποστρώματος, όπως η εμφάνιση, πρόσφυση, ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)existing

It is said of a building, an environment or a landscape that does exist, is currently present and that the architect has to deal with.

Greek (EL)υφιστάμενος

Λέγεται για ένα κτίριο, ένα περιβάλλον ή μια διαμόρφωση που ήδη υφίσταται, είναι υπαρκτό, και με το οποίο πρέπει να ασχοληθεί ο αρχιτέκτονας.

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)mason

A craftsman who works with stone, brick, concrete. Masonry is commonly used for the walls of buildings, retaining walls and monuments

Greek (EL)κτίστης

Ένας τεχνίτης που δουλεύει με πέτρα, τούβλο, μπετόν. Η τοιχοποιία συνήθως χρησιμοποιείται σε τοίχους κτιρίων, τοίχους αντιστήριξης και σε ...

Architecture; Architecture contemporaine

English (EN)insulation

The act of protecting something by surrounding it with material that reduces or prevents the transmission of sound or heat or electricity. The material for this purpose.

Greek (EL)μόνωση

Η πράξη με την οποία προστατεύουμε κάτι, τυλίγοντάς το με υλικό που μειώνει ή προλαμβάνει τη μετάδοση του ήχου ή της θερμότητας ή του ηλεκτρισμού. Το υλικό που προορίζεται για το σκοπό αυτό ονομάζεται ...

Architecture; Architecture contemporaine