portrait

mavrameli

Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

436

Words Translated

20

Terms Translated

mavrameli’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent mavrameli’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)effective date

The day a newly registered security can be offered for sale.

Greek (EL)ημερομηνία έναρξης ισχύος

Η ημέρα κατά την οποία προσφέρεται προς πώληση ένας νεοεκδοθείς τίτλος.

Banking; Initial public offering

English (EN)Pairing

The process of creating a persistent link between two Bluetooth devices, which may involve the exchange of a passkey between two devices. This only occurs once; future connections between the devices are authenticated automatically.

Greek (EL)Σύζευξη

Η διαδικασία δημιουργίας ενός μόνιμου συνδέσμου μεταξύ δύο συσκευών bluetooth, η οποία μπορεί να περιαμβάνει την ανταλλαγή ενός κλειδιού πρόσβασης μεταξύ των δύο συσκευών. Αυτό συμβαίνει μόνο μία φορά. Στις μελλοντικές συνδέσεις μεταξύ των δυο συσκευών η ...

Network hardware; Wireless networking

English (EN)Cash Machine

A computerised telecommunications device that provides the clients of a financial institution with access to financial transactions in a public space without the need for a cashier, human clerk or bank teller.

Greek (EL)αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή (ΑΤΜ)

Ηλεκτρονική συσκευή που δίνει στους πελάτες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος πρόσβαση στις χρηματοοικονομικές τους συναλλαγές σε δημόσιο χώρο χωρίς τη βοήθεια κάποιου υπαλλήλου της ...

Banking;

English (EN)automatic banking machine

A computerised telecommunications device that provides the clients of a financial institution with access to financial transactions in a public space without the need for a cashier, human clerk or bank teller.

Greek (EL)αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή (ΑΤΜ)

Ηλεκτρονική συσκευή που δίνει στους πελάτες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος πρόσβαση στις χρηματοοικονομικές τους συναλλαγές σε δημόσιο χώρο χωρίς τη βοήθεια κάποιου υπαλλήλου της ...

Banking;

English (EN)Cashpoint

A computerised telecommunications device that provides the clients of a financial institution with access to financial transactions in a public space without the need for a cashier, human clerk or bank teller.

Greek (EL)αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή (ΑΤΜ)

Ηλεκτρονική συσκευή που δίνει στους πελάτες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος πρόσβαση στις χρηματοοικονομικές τους συναλλαγές σε δημόσιο χώρο χωρίς τη βοήθεια κάποιου υπαλλήλου της ...

Banking;

English (EN)lamina cribrosa

The nerve fibers forming the optic nerve exit the eye posteriorly through a hole in the sclera that is occupied by a mesh-like structure called the lamina cribrosa.

Greek (EL)Τετρημένο Πέταλο του ηθμοειδούς

Οι νευρικές ίνες που σχηματίζουν το οπτικό νεύρο εξέρχονται από το μάτι μέσα από ένα άνοιγμα στo σκληρό χιτώνα που κατέχεται από μία πλεγματοειδή δομή που ονομάζεται τετρημένο πέταλο του ηθμοειδούς. ...

Biology; Anatomy

English (EN)icon

Religious painting traditional among many Eastern Christians. Christian iconography expresses in images the same Gospel message that Scripture communicates by words (1160).

Greek (EL)εικόνα

Πίνακας θρησκευτικού περιεχομένου που αποτελεί παράδοση για πολλούς Χριστιανούς της Ανατολής. Η χριστιανική εικονογραφία εκφράζει σε εικόνες το ίδιο ευαγγέλιο μήνυμα που στέλνουν οι Γραφές μέσω των λέξεων ...

Religion; Catholic church

English (EN)Discoverable

When a Bluetooth enabled device is "discoverable," other Bluetooth devices can detect, pair, or connect to it.

Greek (EL)Ανιχνεύσιμος

Όταν μία συσκευή με ενεργοποιημένο το bluetooth είναι "ανιχνεύσιμη", άλλες συσκευές bluetooth μπορούν να την ανιχνεύσουν, να συζευχθούν ή να συνδεθούν σε ...

Network hardware; Wireless networking

English (EN)Device discovery

A process that allows one device to detect another device.

Greek (EL)Ανίχνευση συσκευής

Μία διαδικασία που επιτρέπει μία συσκευή να ανιχνεύσει μία άλλη.

Network hardware; Wireless networking

English (EN)Name discovery

The mechanism that requests and receives a device name.

Greek (EL)Ανίχνευση ονόματος

Ο μηχανισμός που ζητά και λαμβάνει το όνομα μίας συσκευής

Network hardware; Wireless networking