portrait

mavrameli

Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

436

Words Translated

20

Terms Translated

mavrameli’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent mavrameli’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)lamina cribrosa

The nerve fibers forming the optic nerve exit the eye posteriorly through a hole in the sclera that is occupied by a mesh-like structure called the lamina cribrosa.

Greek (EL)Τετρημένο Πέταλο του ηθμοειδούς

Οι νευρικές ίνες που σχηματίζουν το οπτικό νεύρο εξέρχονται από το μάτι μέσα από ένα άνοιγμα στo σκληρό χιτώνα που κατέχεται από μία πλεγματοειδή δομή που ονομάζεται τετρημένο πέταλο του ηθμοειδούς. ...

Biology; Anatomy

English (EN)automatic banking machine

A computerised telecommunications device that provides the clients of a financial institution with access to financial transactions in a public space without the need for a cashier, human clerk or bank teller.

Greek (EL)αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή (ΑΤΜ)

Ηλεκτρονική συσκευή που δίνει στους πελάτες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος πρόσβαση στις χρηματοοικονομικές τους συναλλαγές σε δημόσιο χώρο χωρίς τη βοήθεια κάποιου υπαλλήλου της ...

Banking;

English (EN)Passkey

The authentication key used to establish a link between devices. A passkey is similar to a password, but the passkey is only used once you enter the passkey once and won’t need to remember it.

Greek (EL)Κλειδί πρόσβασης

Το κλειδί επαλήθευσης που χρησιμοποιείται για την ολοκλήρωση της σύνδεσης μεταξύ συσκευών. Ένα κλειδί πρόσβασης είναι παρόμοιο με τον κωδικό πρόσβασης, με τη διαφορά ότι το κλειδί πρόσβασης χρησιμοποιείται μόνο μία φορά χωρίς να χρειάζεται να το θυμάστε ...

Network hardware; Wireless networking

English (EN)color cast

A tint of a particular color, usually unwanted, which affects the whole of a photographic image evenly.

Greek (EL)επικρατόν χρώμα

Ένας τόνος κάποιου συγκεκριμένου χρώματος, συνήθως ανεπιθύμητος, ο οποίος επηρεάζει εξίσου το σύνολο μίας φωτογραφικής εικόνας.

Photography; Color

English (EN)Pairing

The process of creating a persistent link between two Bluetooth devices, which may involve the exchange of a passkey between two devices. This only occurs once; future connections between the devices are authenticated automatically.

Greek (EL)Σύζευξη

Η διαδικασία δημιουργίας ενός μόνιμου συνδέσμου μεταξύ δύο συσκευών bluetooth, η οποία μπορεί να περιαμβάνει την ανταλλαγή ενός κλειδιού πρόσβασης μεταξύ των δύο συσκευών. Αυτό συμβαίνει μόνο μία φορά. Στις μελλοντικές συνδέσεις μεταξύ των δυο συσκευών η ...

Network hardware; Wireless networking

English (EN)Cash Machine

A computerised telecommunications device that provides the clients of a financial institution with access to financial transactions in a public space without the need for a cashier, human clerk or bank teller.

Greek (EL)αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή (ΑΤΜ)

Ηλεκτρονική συσκευή που δίνει στους πελάτες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος πρόσβαση στις χρηματοοικονομικές τους συναλλαγές σε δημόσιο χώρο χωρίς τη βοήθεια κάποιου υπαλλήλου της ...

Banking;

English (EN)radio system

System for message transmission by radio.

Greek (EL)ραδιοσύστημα

Σύστημα για μετάδοση μηνυμάτων μέσω ασύρματης επικοινωνίας

Convention; Conferences

English (EN)Cashpoint

A computerised telecommunications device that provides the clients of a financial institution with access to financial transactions in a public space without the need for a cashier, human clerk or bank teller.

Greek (EL)αυτόματη ταμειολογιστική μηχανή (ΑΤΜ)

Ηλεκτρονική συσκευή που δίνει στους πελάτες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος πρόσβαση στις χρηματοοικονομικές τους συναλλαγές σε δημόσιο χώρο χωρίς τη βοήθεια κάποιου υπαλλήλου της ...

Banking;

English (EN)biotech

A field of applied biology where living organisms are utilized for the purposes of technology, engineering, medicine etc.

Greek (EL)βιοτεχνολογία

Τομέας της εφαρμοσμένης βιολογίας στον οποίο οι ζωντανοί οργανισμοί αξιοποιούνται για την επίτευξη στόχων της τεχνολογίας, της μηχανικής, της ιατρικής ...

Biology; Biotechnology

English (EN)disclosure

A Company must report all of its management practices, financial statements and legal involvements that are pertinent to an investment decision. This process assures the investor that all such pertinent information is known before the investment is made.

Greek (EL)κοινολόγηση

Μία εταιρία οφείλει να αναφέρει κάθε πρακτική διαχείρισης, δημοσιονομική κατάσταση και νομική συμμετοχή που σχετίζεται με κάποια επενδυτική απόφαση. Η διαδικασία αυτή διασφαλίζει στον επενδυτή πως όλες οι σχετικές πληροφορίες είναι γνωστές πριν την ...

Banking; Initial public offering