portrait

mavrameli

Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

436

Words Translated

0

Terms Translated

mavrameli’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent mavrameli’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Passkey

The authentication key used to establish a link between devices. A passkey is similar to a password, but the passkey is only used once you enter the passkey once and won’t need to remember it.

Greek (EL)Κλειδί πρόσβασης

Το κλειδί επαλήθευσης που χρησιμοποιείται για την ολοκλήρωση της σύνδεσης μεταξύ συσκευών. Ένα κλειδί πρόσβασης είναι παρόμοιο με τον κωδικό πρόσβασης, με τη διαφορά ότι το κλειδί πρόσβασης χρησιμοποιείται μόνο μία φορά χωρίς να χρειάζεται να το θυμάστε ...

Network hardware; Wireless networking

English (EN)icon

Religious painting traditional among many Eastern Christians. Christian iconography expresses in images the same Gospel message that Scripture communicates by words (1160).

Greek (EL)εικόνα

Πίνακας θρησκευτικού περιεχομένου που αποτελεί παράδοση για πολλούς Χριστιανούς της Ανατολής. Η χριστιανική εικονογραφία εκφράζει σε εικόνες το ίδιο ευαγγέλιο μήνυμα που στέλνουν οι Γραφές μέσω των λέξεων ...

Religion; Catholic church

English (EN)effective date

The day a newly registered security can be offered for sale.

Greek (EL)ημερομηνία έναρξης ισχύος

Η ημέρα κατά την οποία προσφέρεται προς πώληση ένας νεοεκδοθείς τίτλος.

Banking; Initial public offering

English (EN)radio system

System for message transmission by radio.

Greek (EL)ραδιοσύστημα

Σύστημα για μετάδοση μηνυμάτων μέσω ασύρματης επικοινωνίας

Convention; Conferences

English (EN)due dilegence

A process of verifying all information about a company including but not limited to financials, management, market share and risks.

Greek (EL)δέουσα επιμέλεια

Η διαδικασία εξακρίβωσης όλων των πληροφοριών σχετικά με μία εταιρία, η οποία περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται σε αυτά, τα οικονομικά, τη διαχείριση, το μερίδιο αγοράς και τους κινδύνους. ...

Banking; Initial public offering

English (EN)color cast

A tint of a particular color, usually unwanted, which affects the whole of a photographic image evenly.

Greek (EL)επικρατόν χρώμα

Ένας τόνος κάποιου συγκεκριμένου χρώματος, συνήθως ανεπιθύμητος, ο οποίος επηρεάζει εξίσου το σύνολο μίας φωτογραφικής εικόνας.

Photography; Color

English (EN)Discoverable

When a Bluetooth enabled device is "discoverable," other Bluetooth devices can detect, pair, or connect to it.

Greek (EL)Ανιχνεύσιμος

Όταν μία συσκευή με ενεργοποιημένο το bluetooth είναι "ανιχνεύσιμη", άλλες συσκευές bluetooth μπορούν να την ανιχνεύσουν, να συζευχθούν ή να συνδεθούν σε ...

Network hardware; Wireless networking

English (EN)disclosure

A Company must report all of its management practices, financial statements and legal involvements that are pertinent to an investment decision. This process assures the investor that all such pertinent information is known before the investment is made.

Greek (EL)κοινολόγηση

Μία εταιρία οφείλει να αναφέρει κάθε πρακτική διαχείρισης, δημοσιονομική κατάσταση και νομική συμμετοχή που σχετίζεται με κάποια επενδυτική απόφαση. Η διαδικασία αυτή διασφαλίζει στον επενδυτή πως όλες οι σχετικές πληροφορίες είναι γνωστές πριν την ...

Banking; Initial public offering

English (EN)dividend

The amount of money or securities, out of net profits, distributed to the company's shareholders.

Greek (EL)μέρισμα

Το ποσό των χρημάτων ή αξιών, πέραν του καθαρού κέρδους, που μοιράζεται στους μετόχους μιας εταιρίας.

Banking; Initial public offering

English (EN)acidity

The degree of sourness of a usually water soluble substance. Acidity is measured in pH, with 7 being neutral and 2 being a strong acid.

Greek (EL)οξύτητα

Ο βαθμός οξύτητας μιας συνήθως υδροδιαλυτής ουσίας. Η οξύτητα μετριέται σε pH με το 7 να είναι ουδέτερο και το 2 το ισχυρό οξύ.

Fishing; Fishing