Niki Karmaou

Spokane - WA, United States

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)


Words Translated


Terms Translated

Niki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)factice

A perfume bottle made for commercial display only -- the contents are not actually perfume.

Greek (EL)τεχνικό

Ένα μπουκάλι άρωμα για εμπορικούς μόνο λόγους-το περιεχόμενο δεν είναι πραγματικά άρωμα.

Personal care products; Perfume

English (EN)horseshoe sandwich

Instead of a burger with a side of fries, this open-face sandwich puts a burger on a slice of toast and tops it with a cheese sauce and serves it with fries; corned beef, ham, deep fried pork tenderloin, grilled or fried chicken breast or fried fish filets ...

Greek (EL)πέταλο σάντουιτς

Αντί για ένα burger με πατάτες πλευρά του, αυτό το ανοιχτό σάντουιτς βάζει ένα burger σε μια φέτα του τοστ και το ολοκληρώνει με σάλτσα τυριού και σερβίρεται με πατάτες.Παστό βοδινό, ζαμπόν, τηγανιτό χοιρινό φιλέτο,ψητό ή τηγανιτό κοτόπουλο στήθος ή τηγανητά ...

Snack foods; Sandwiches

English (EN)modality

Modality refers to the reality status accorded to or claimed by a sign, text or genre. Peirce's classification of signs in terms of the mode of relationship of the sign vehicle to its referent reflects their modality - their apparent transparency in ...

Greek (EL)τροπικότητα

Η Τροπικότητα αναφέρεται στην κατάσταση ΤΗς πραγματικότητα που παρέχεται ή το οποίο αξιώνει από το σύμβολο,κείμενο ή είδος. Η ταξινόμηση των σημείων όσον αφορά την κατάσταση της σχέσης του σημείου του οχήματος με το αντικείμενο του αντανακλά τροπικότητα τους ...

Language; General language

English (EN)tiered skirt

Falls in a series of multiple layers of graduated length.

Greek (EL)κλιμακωτή φούστα

Αποτελείται από μία σειρά από πολλαπλές στρώσεις σταδιακού μήκους.

Weddings; Wedding gowns

English (EN)to matriculate

To matriculate is to become an official member of the University and of a college. One must normally sing a contract and attend a matriculation dinner.

Greek (EL)εγγραφομαι

Το να εγγράφω είναι να γίνω επίσημο μέλος ενός Πανεπιστημίου και συλλογικού οργάνου. Κάποιος πρέπει κανονικά να υπογράψει ένα συμβόλαιο και να παρακαθίσει σε δείπνο ...

Education; Colleges & universities

English (EN)assessments

Assessment is measuring student learning of intended content and skills. Assessment could be formative (assessment for learning) or summative (assessment of learning). Assessment methods should be diversified and not limited to the traditional testing of ...

Greek (EL)αξιολογήσεις

Η μέτρηση της αξιολόγησης μάθησης των μαθητών του που προοριζόμενου περιεχομένου και των δεξιοτήτων. Η Αξιολόγηση μπορεί να είναι διαμορφωτική ή αθροιστική (αξιολόγηση της μάθησης). Οι μέθοδοι αξιολόγησης θα πρέπει να διαφοροποιούνται και να μην περιορίζονται ...

Education; Professional training

English (EN)pumpkin seeds

The edible seeds of the pumpkin. These seeds are hulled to reveal a green seed with a delicate nutty flavor. These seeds are often roasted and salted. Also called "pepitas," these seeds are popular in Mexican cookery.

Greek (EL)σπόροι κολοκύθας

Οι βρώσιμοι σπόροι της κολοκύθας. Αυτοί οι σπόροι ξεφλουδίζονται για να αποκαλύψοουν ένα πράσινο σπόρο με μια λεπτή γεύση καρυδιού. Αυτοί οι σπόροι είναι συχνά ψημένοι και αλατισμένοι. Λέγονται επίσης "pepitas",αυτοί οι σπόροι είναι δημοφιλής στην μεξικάνικη ...

Snack foods; Nuts & seeds

English (EN)density

Number of hairs per square inch on the head (i.e., the denser the hair, the thicker the hair).

Greek (EL)πυκνότητα

Αριθμός των τριχών ανά τετραγωνική ίντσα επί της κεφαλής (δηλαδή όσο πυκνότερα τα μαλλιά, τόσο παχύτερα είναι).

Personal care products; Shampoo

English (EN)technology

In education, a branch of knowledge based on the development and implementation of computers, software, and other technical tools, and the assessment and evaluation of students' educational outcomes resulting from their use of technology tools.

Greek (EL)τεχνολογία

Στον τομέα της εκπαίδευσης ένας κλάδος γνώσης για την ανάπτυξη και την εφαρμογή των ηλεκτρονικών υπολογιστών,λογισμικού και άλλα τεχνικά μέσα και την εκτίμηση και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων των μαθητών που προκύπτουν από τη χρήση αυτών των ...

Education; Teaching

English (EN)wide area network (WAN)

A collection of local area networks (LANs) connected together over distance via telephone lines and/or radiowaves.

Greek (EL)δίκτυο ευρείας περιοχής (WAN)

Μια συλλογή από τοπικά δίκτυα (LAN) που συνδέονται μεταξύ τους μέσω απόστασης μέσω τηλεφωνικών γραμμών ή/και ραδιοκυμάτων.

Education; Teaching