Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
An exfoliation product which has been designed specifically for use on the face.
Προϊόν απολέπισης που έχει σχεδιαστεί ειδικά για χρήση προσώπου.
A silky powder to lightly brush over foundation and help control shine and keep one's look fresh.
Μια μεταξένια πούδρα που απλώνεται απαλά πάνω από την κρέμα βάσης και βοηθάει στον έλεγχο λάμψης και διατηρεί μια φρέσκια όψη.
The ability of forming mental images, sensations and concepts, in a moment when they are not perceived through sight, hearing or other senses
Η ικανότητα του σχηματισμού πνευματικών εικόνων, αισθήσεων και ιδεών, σε μια στιγμή που δεν γίνονται αντιληπτά μέσα από την όραση, την ακοή ή τις άλλες ...
An emotional state experienced during periods lacking activity or when individuals are uninterested in their surroundings
Μια συναισθηματική κατάσταση που βιώνεται σε περιόδους έλλειψης δραστηριότητας ή όταν υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος για το περιβάλλον
Indicates a general lack of guilt, with respect to any kind of crime, sin, or wrongdoing
προσδιορίζει μια γενική έλλειψη ενοχής, σε σχέση με οποιοδήποτε είδος εγκλήματος, αμαρτίας ή αδικίας
See, Prologue. This is a summary speech, delivered at the end of the play, which explains or comments upon the action. Neither epilogues or prologues are used much in today's theatre.
Βλέπε, Πρόλογος. Είναι ένας περιληπτικός λόγος, που γίνεται στο τέλος του έργου, ο οποίος εξηγεί ή σχολιάζει την πράξη. Ούτε ο επίλογος ούτε ο πρόλογος χρησιμοποιούνται πολύ στα θέατρα ...
Long speech by a single actor. Similar to soliloquy. The speech is generally made by the actor as if speaking to himself and is revealing of his or her thoughts or feelings.
Μεγάλος σε μήκος λόγος από έναν ηθοποιό. Ο λόγος γίνεται γενικά από τον ηθοποιό σαν να μιλάει στον εαυτό του και αποκαλύπτει τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του ή ...
A cosmetic used to enhance the eyes, darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει τα μάτια, να κάνει πιο σκούρες, πυκνές, μακριές, και/ή να ξεχωρίσειτις βλεφαρίδες.
The mental process of judging the merits of multiple options and selecting one of them
Η πνευματική διαδικασία της κρίσης των πλεονεκτημάτων πολλαπλών επιλογών και της επιλογής ένος εκ των οποίων
A product used to remove the makeup products applied on the skin. It is used for cleaning the skin for other procedures, like applying any type of lotion at evening before the person goes to sleep.
Προϊόν που χρησιμοποιείται για να αφαιρεί τα προϊόντα μέικαπ που εφαρμόζονται στο δέρμα. Χρησιμοποιείται για να καθαρίζει το δέρμα για άλλες διαδικασίες, όπως την εφαρμογή οποιουδήποτε τύπου λοσιόν το βράδυ πριν τον ...