Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A type of eye make-up used in East Asia designed to change the "monolid" (eyelid without a crease). Eyelid glue is a water-soluble adhesive that can be easily removed.
Είδος μέικαπ για τα μάτια που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία σχεδιασμένη για να αλλάζει το 'μονό' βλέφαρο (βλέφαρο χωρίς πτυχή). Η κόλλα βλεφάρου είναι διαλυτή στο νερό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί. ...
A product used primarily to give lips a glossy lustre and sometimes subtle color. It is distributed as a liquid or a soft solid.
Ένα προϊόν που χρησιμοποιείται αρχικά για να δώσει στα χείλια μια γυαλιστερή λάμψη και μερικές φορές απαλό χρώμα. Διανέμεται σε υγρό ή σε μαλακό ...
An emotion, which typically refers to the negative thoughts and feelings of insecurity, fear, and anxiety over an anticipated loss of something that the person values, such as a relationship, friendship, or love
Ένα συναίσθημα, το οπίο συνήθως αναφέρεται στις αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα ανασφάλειας, φόβου και άγχους για την αναμενόμενη απώλεια κάτι σημαντικού για κάποιον, όπως μιας σχέσης, φιλίας ή ...
An exfoliation product which has been designed specifically for use on the face.
Προϊόν απολέπισης που έχει σχεδιαστεί ειδικά για χρήση προσώπου.
An emotional state experienced during periods lacking activity or when individuals are uninterested in their surroundings
Μια συναισθηματική κατάσταση που βιώνεται σε περιόδους έλλειψης δραστηριότητας ή όταν υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος για το περιβάλλον
The ability of forming mental images, sensations and concepts, in a moment when they are not perceived through sight, hearing or other senses
Η ικανότητα του σχηματισμού πνευματικών εικόνων, αισθήσεων και ιδεών, σε μια στιγμή που δεν γίνονται αντιληπτά μέσα από την όραση, την ακοή ή τις άλλες ...
A method of semi-permanent hair removal which removes the hair from the root. Almost any area of the body can be waxed, including eyebrows, face, bikini area, legs, arms, back, abdomen and feet
Μια μέθοδος ημι-μόνιμης αφαίρεσης τριχών που αφαιρεί τις τρίχες από τη ρίζα. Σχεδόν οποιαδήποτε περιοχή του σώματος μπορεί να αποτριχωθεί με κερί, περιλαμβανομένων των βλεφάρων, του προσώπου, της περιοχής του μπικίνι, των ποδιών, χεριών, πλάτης, κοιλιάς και ...
Expression, statement (or sometimes behavior) which is considered degrading and offensive
Έκφραση, δήλωση (ή μερικές φορές συμπεριφορά) που θεωρείται υποβισβαστική και προσβλητική
Also called rouge, is a cosmetic used by women to redden the cheeks, and to emphasize the cheekbones.
Ονομάζεται και ρουζ, είναι ένα καλλυντικό που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για να κοκινίσουν τα μάγουλά τους, και να τονίζουν τα μήλα ...
A cosmetic used by women in Egypt and Arabia to darken the edges of their eyelids.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται από γυναίκες στην Αίγυπτο και την Αραβία για να σκουρύνουν τις άκρες των βλεφάρων τους.