Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A cream or lotion applied before another cosmetic to improve coverage and lengthen the amount of time the cosmetic lasts on the face.
Κρέμα ή λοσιόν που εφαρμόζεται πριν από οποιοδήποτε καλλυντικό για τη βελτίωση της κάλυψης και την παράταση του χρόνου τησ διάρκειας του καλλυντικού στο ...
See, Prologue. This is a summary speech, delivered at the end of the play, which explains or comments upon the action. Neither epilogues or prologues are used much in today's theatre.
Βλέπε, Πρόλογος. Είναι ένας περιληπτικός λόγος, που γίνεται στο τέλος του έργου, ο οποίος εξηγεί ή σχολιάζει την πράξη. Ούτε ο επίλογος ούτε ο πρόλογος χρησιμοποιούνται πολύ στα θέατρα ...
Indicates a general lack of guilt, with respect to any kind of crime, sin, or wrongdoing
προσδιορίζει μια γενική έλλειψη ενοχής, σε σχέση με οποιοδήποτε είδος εγκλήματος, αμαρτίας ή αδικίας
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, and sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, και μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
A type of eye make-up used in East Asia designed to change the "monolid" (eyelid without a crease). Eyelid glue is a water-soluble adhesive that can be easily removed.
Είδος μέικαπ για τα μάτια που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία σχεδιασμένη για να αλλάζει το 'μονό' βλέφαρο (βλέφαρο χωρίς πτυχή). Η κόλλα βλεφάρου είναι διαλυτή στο νερό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί. ...
Formerly a medieval tale in mixed prose and verse describing marvelous adventures of a hero of chivalry, it later came to mean a short lyric poem.
Παλαιότερα, ήταν μεσαιωνική ιστορία με ανάμεικτο λόγο και στίχο που περιέγραπτε απίθανες ιπποτικές περιπέτειες του ήρωα. Αργότερα, κατέληξε να σημαίνει ένα μικρό λυρικό ...
A condition in which memory is disturbed or lost
Μια κατάσταση στην οποία η μνήμη διαταράσσεται ή χάνεται
The art of using language to communicate effectively and persuasively
Η τέχνη του να χρησιμοποιείς τη γλώσσα για να επικοινωνείς αποτελεσματικά και πειστικά
A type of social influence that aims to change the perception or behavior of others through underhanded, deceptive, or even abusive tactics
Ένα είδος κοινωνικής επιρροής που στοχεύει να αλλάξει την αντίληψη ή συμπεριφορά άλλων μέσα από ύπουλες, παραπλανητικές ή ακόμη και βίαιες ...
Also called lip pencil, a cosmetic tool to shape the lips. It used to fill uneven areas on the outer edges of the lips after applying lipstick, and also used to outline the lips, keeping lipstick inside the lip area.
Επίσης ονομάζεται και μολύβι χειλιών, ένα καλλυντικό εργαλείο για σχηματισμό των χειλιών. Συνήθως γέμιζε ανομοιόμορφες περιοχές στις εξωτερικές άκρες των χειλιών μετ΄την εφαρμογή του κραγιόν, και για περίγραμμα των χειλιών, διατηρώντας το κραγιόν στην ...