Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A scented ointment, especially one used by men for dressing their hair.
Μια αρωματισμένη αλοιφή, κυρίως χρησιμοποιούμενη από άντρες για τα μαλλιά τους.
A cosmetic used to enhance the eyes, darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει τα μάτια, να κάνει πιο σκούρες, πυκνές, μακριές, και/ή να ξεχωρίσειτις βλεφαρίδες.
Acquiring new knowledge, behaviors, skills, values, or preferences and may involve synthesizing different types of information
Απόκτηση νέων γνώσεων, συμπεριφορών, ικανοτήτων, αξιών, ή προτιμήσεων και μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικά είδη πληροφοριών
An emotion applied to a very strong feeling about a person or thing
Ένα συναίσθημα που ανταποκρίνεται σε ένα πολύ έντονο αίσθημα για κάποιον ή κάτι
A product used to remove the makeup products applied on the skin. It is used for cleaning the skin for other procedures, like applying any type of lotion at evening before the person goes to sleep.
Προϊόν που χρησιμοποιείται για να αφαιρεί τα προϊόντα μέικαπ που εφαρμόζονται στο δέρμα. Χρησιμοποιείται για να καθαρίζει το δέρμα για άλλες διαδικασίες, όπως την εφαρμογή οποιουδήποτε τύπου λοσιόν το βράδυ πριν τον ...
Short for "permanent wave". A wave or curl which is set into the hair by the application of heat and/or a chemical treatment and which remains for a long period of time.
Συνταμία για 'περμανάντ σπάσιμο'. Σπάσιμο ή μπούκλα που προκαλέιται στα μαλλιά με τη ζέστη και/ή με χημική θεραπεία και η οποία παραμένει για μεγάλο χρονικό ...
A type of makeup used to mask acnes, dark circles and other small blemishes visible on the skin. Unlike foundation, concealers tend to be more heavily pigmented only applied to certain parts, whereas foundation is usually applied to larger areas.
Είδος καλλυντικού που χρησιμοποιείται για να καλύψει την ακμή, τους μαύρους κύκλους και άλλα στίγματα ορατά στο δέρμα. Σε αντίθεση με τη βάση, τα concealer τείνουν να έχουν πιο βαριά σύνθεση και να εφαρμόζονται μόνο σε συγκεκριμένα σημεία, ενώ η βάση συνήθως ...
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, to cover flaws, and, sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, για να καλύψει ατέλειες και, μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
A mental disorder characterized by a disintegration of the process of thinking and of emotional responsiveness
Μια πνευματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αποσύνθεση της διαδικασίας της σκέψης και της συναισθηματικής ανταπόκρισης
See, Prologue. This is a summary speech, delivered at the end of the play, which explains or comments upon the action. Neither epilogues or prologues are used much in today's theatre.
Βλέπε, Πρόλογος. Είναι ένας περιληπτικός λόγος, που γίνεται στο τέλος του έργου, ο οποίος εξηγεί ή σχολιάζει την πράξη. Ούτε ο επίλογος ούτε ο πρόλογος χρησιμοποιούνται πολύ στα θέατρα ...