Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Short for "permanent wave". A wave or curl which is set into the hair by the application of heat and/or a chemical treatment and which remains for a long period of time.
Συνταμία για 'περμανάντ σπάσιμο'. Σπάσιμο ή μπούκλα που προκαλέιται στα μαλλιά με τη ζέστη και/ή με χημική θεραπεία και η οποία παραμένει για μεγάλο χρονικό ...
Long speech by a single actor. Similar to soliloquy. The speech is generally made by the actor as if speaking to himself and is revealing of his or her thoughts or feelings.
Μεγάλος σε μήκος λόγος από έναν ηθοποιό. Ο λόγος γίνεται γενικά από τον ηθοποιό σαν να μιλάει στον εαυτό του και αποκαλύπτει τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του ή ...
A method of semi-permanent hair removal which removes the hair from the root. Almost any area of the body can be waxed, including eyebrows, face, bikini area, legs, arms, back, abdomen and feet
Μια μέθοδος ημι-μόνιμης αφαίρεσης τριχών που αφαιρεί τις τρίχες από τη ρίζα. Σχεδόν οποιαδήποτε περιοχή του σώματος μπορεί να αποτριχωθεί με κερί, περιλαμβανομένων των βλεφάρων, του προσώπου, της περιοχής του μπικίνι, των ποδιών, χεριών, πλάτης, κοιλιάς και ...
The art of using language to communicate effectively and persuasively
Η τέχνη του να χρησιμοποιείς τη γλώσσα για να επικοινωνείς αποτελεσματικά και πειστικά
Also called lip pencil, a cosmetic tool to shape the lips. It used to fill uneven areas on the outer edges of the lips after applying lipstick, and also used to outline the lips, keeping lipstick inside the lip area.
Επίσης ονομάζεται και μολύβι χειλιών, ένα καλλυντικό εργαλείο για σχηματισμό των χειλιών. Συνήθως γέμιζε ανομοιόμορφες περιοχές στις εξωτερικές άκρες των χειλιών μετ΄την εφαρμογή του κραγιόν, και για περίγραμμα των χειλιών, διατηρώντας το κραγιόν στην ...
A feeling or emotion that causes attention to focus on an object or an event or a process
Μια αίσθηση ή ένα συναίσθημα που προκαλεί την συγκέντρωση της προσοχής σε ένα αντικείμενο ή ένα γεγονός ή μια διαδικασία
A cosmetic commonly used to enhance the eyes. It may darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως για να ενισχύσει τα μάτια. Μπορεί να κάνει πιο σκούρες, πιο παχές, πιο μακριές τις βλεφαρίδες, και/ή να τους δώσει ...
A cosmetic in pencil form that is used to darken the eyebrow hairs.
Καλλυντικό σε μορφή μολυβιού που χρησιμοποιείται για να σκουραίνει τα φρύδια.
A feeling that one is inferior to others in some way
ένα αίσθημα ότι κάποιος είναι κατώτερος από τους άλλους με κάποιο τρόπο
A cream or lotion applied before another cosmetic to improve coverage and lengthen the amount of time the cosmetic lasts on the face.
Κρέμα ή λοσιόν που εφαρμόζεται πριν από οποιοδήποτε καλλυντικό για τη βελτίωση της κάλυψης και την παράταση του χρόνου τησ διάρκειας του καλλυντικού στο ...