Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A mass movement that started in Spain in May 2011 to protest against economic injustice as the impact of Spain's deepest economic crisis in decades created record high unemployment and led to a series of government's austerity measures. Relying heavily on ...
Μαζικό κίνημα που ξεκίνησε στην Ισπανία τον Μάϊο του 2011 για τη διαμαρτυρία κατά της οικονομικής αδικίας καθώς το αντίκτυπο της μεγαλύτερης για δεκαετίες οικονομικής κρίσης στην Ισπανία δημιούργησε πρωτοφανές ποσοστό ανεργίας και οδήγησε σε μια σειρά από ...
Can occur with any surgery when wounds are contaminated with micro-organisms such as bacteria or fungi. Most infections resulting from surgery appear within a few days to weeks after the operation. However, infection is possible at any time after surgery. ...
Μπορεί να προκληθεί από οποιαδήποτε επέμβαση όταν οι πληγές είναι μολυσμένες με μικρο-οργανισμούς όπως βακτηρίδια ή μύκητες. Οι περισσότερες μολύνσεις που προκαλούνται από επεμβάσεις εμφανίζονται μέσα σε λίγες μέρες μέχρι εβδομάδες μετά την επέμβαση. ...
Small flat pigmented spots that are most often seen on areas of the body that have been exposed to the sun over a period of years. Age spots usually occur after the age of 40.
Μικρές επίπεδες χρωματισμένες κηλίδες που εμφανίζονται κυρίως σε μέρη του σώματος που έχουν εκτεθεί στον ήλιο για περιόδους ετών. Οι κηλίδες ηλικίας εμφανίζονται συνήθως μετά τα ...
A product used primarily to give lips a glossy lustre and sometimes subtle color. It is distributed as a liquid or a soft solid.
Ένα προϊόν που χρησιμοποιείται αρχικά για να δώσει στα χείλια μια γυαλιστερή λάμψη και μερικές φορές απαλό χρώμα. Διανέμεται σε υγρό ή σε μαλακό ...
An emotion related to natural inquisitive behavior such as exploration, investigation, and learning, evident by observation in human and many animal species
Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την φυσική φιλοπερίεργη συμπεριφορά όπως η εξερεύνηση, η έρευνα και η μάθηση, εμφανή από την παρατηριτικότητα στον άνθρωπο και πολλά είδη ...
A piece of soft material used for the application of powder.
Κομμάτι από μαλακό υλικό που χρησιμοποιείται για να απλωθεί η σκόνη.
A type of eye make-up used in East Asia designed to change the "monolid" (eyelid without a crease). Eyelid glue is a water-soluble adhesive that can be easily removed.
Είδος μέικαπ για τα μάτια που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία σχεδιασμένη για να αλλάζει το 'μονό' βλέφαρο (βλέφαρο χωρίς πτυχή). Η κόλλα βλεφάρου είναι διαλυτή στο νερό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί. ...
A cosmetic used to enhance the eyes, darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει τα μάτια, να κάνει πιο σκούρες, πυκνές, μακριές, και/ή να ξεχωρίσειτις βλεφαρίδες.
property of skin care products, according to claims by manufacturers
ιδιότητα προϊόντων περιποίησης προσώπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατασκευαστών
A lotion, spray, gel or other topical product that absorbs or reflects some of the sun's ultraviolet (UV) radiation on the skin exposed to sunlight and thus helps protect against sunburn.
Μια λοσιόν, σπρέϋ, τζελ ή άλλο τοπικό προϊόν που απορροφάειή αντανακλάει μερική από την υπεριώδη (UV) ακτινοβολία από την εκτεθειμένη στον ήλιο επιδερμίδα και έτσι βοηθάει στην προστασία κατά του ηλιακού εγκαύματος. ...