Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A cosmetic typically used by women to redden the cheeks so as to provide a more youthful appearance, and to emphasize the cheekbones.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως από γυναίκες για να κοκκινίζει τα μάγουλα ώστε να δίνει μια πιο νεανική εμφάνιση, και να τονίζει τα ...
A 2012 summer art exhibit at the central gallery of the National Art Museum of Ukraine that featured men kissing sleeping women to try to awaken them. Each qualified male suitor could kiss a sleeping woman on the lips only once. If the man was successful, he ...
Ενα καλοκαίρι τέχνης του 2012 παρουσιάζει κατά της κεντρικής συλλογής του το Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Ουκρανίας όπου άνδρς φιλούν Κοιμώμενες γυναίκες να προσπαθήσουμε να ξυπνήσουμε τους. Κάθε ειδική αρσενική suitor θα μπορούσε να φιλά Κοιμωμένη γυναίκα στα ...
A type of eye make-up used in East Asia designed to change the "monolid" (eyelid without a crease). Eyelid glue is a water-soluble adhesive that can be easily removed.
Είδος μέικαπ για τα μάτια που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία σχεδιασμένη για να αλλάζει το 'μονό' βλέφαρο (βλέφαρο χωρίς πτυχή). Η κόλλα βλεφάρου είναι διαλυτή στο νερό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί. ...
A dream that can cause a strong negative emotional response from the sleeper, typically fear and/or horror
Ένα όνειρο που μπορεί να προκαλέσει έντονη αρνητική συναισθηματική αντίδραση του ατόμου που κοιμάται, συνήθως φόβο και/ή τρόμο
Indicates a general lack of guilt, with respect to any kind of crime, sin, or wrongdoing
προσδιορίζει μια γενική έλλειψη ενοχής, σε σχέση με οποιοδήποτε είδος εγκλήματος, αμαρτίας ή αδικίας
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, and sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, και μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
Also called lip pencil, a cosmetic tool to shape the lips. It used to fill uneven areas on the outer edges of the lips after applying lipstick, and also used to outline the lips, keeping lipstick inside the lip area.
Επίσης ονομάζεται και μολύβι χειλιών, ένα καλλυντικό εργαλείο για σχηματισμό των χειλιών. Συνήθως γέμιζε ανομοιόμορφες περιοχές στις εξωτερικές άκρες των χειλιών μετ΄την εφαρμογή του κραγιόν, και για περίγραμμα των χειλιών, διατηρώντας το κραγιόν στην ...
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, to cover flaws, and, sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, για να καλύψει ατέλειες και, μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
A cosmetic in pencil form that is used to darken the eyebrow hairs.
Καλλυντικό σε μορφή μολυβιού που χρησιμοποιείται για να σκουραίνει τα φρύδια.
Predominantly moisturiser based cosmeceutical skin care products marketed with the promise of making the consumer look younger by reducing visible wrinkles, expression lines, blemishes and other environmentally (especially from the sun) related conditions of ...
Kυρίως φαρμακευτικά καλλυντικά προϊόντα περιποίησης δέρματος με ενυδατική βάση που διαφημίζονται για την υπόσχεση ότι κάνουν τον καταναλωτή να δείχνει νεώτερος μειώνοντας τις ορατές ρυτίδες, τις γραμμές έκφρασης, τα στίγματα και άλλες δερματικές καταστάσεις ...