Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Predominantly moisturiser based cosmeceutical skin care products marketed with the promise of making the consumer look younger by reducing visible wrinkles, expression lines, blemishes and other environmentally (especially from the sun) related conditions of ...
Kυρίως φαρμακευτικά καλλυντικά προϊόντα περιποίησης δέρματος με ενυδατική βάση που διαφημίζονται για την υπόσχεση ότι κάνουν τον καταναλωτή να δείχνει νεώτερος μειώνοντας τις ορατές ρυτίδες, τις γραμμές έκφρασης, τα στίγματα και άλλες δερματικές καταστάσεις ...
The ability of forming mental images, sensations and concepts, in a moment when they are not perceived through sight, hearing or other senses
Η ικανότητα του σχηματισμού πνευματικών εικόνων, αισθήσεων και ιδεών, σε μια στιγμή που δεν γίνονται αντιληπτά μέσα από την όραση, την ακοή ή τις άλλες ...
powder or cream substance, containing color pigments (and possibly light-reflecting materials such as shimmer or glitter) and other ingredients, for application on the eyelid and eye area
σκόνη ή κρεμώδης ουσία, που περιέχει χρωστικές ουσίες (και πιθανώς υλικά που αντανακλούν το φως όπως ιριδίζουσες ουσίες ή γκλίτερ) και άλλα συστατικά, για εφαρμογή στο βλέφαρο και την περιοχή του ...
A scented ointment, especially one used by men for dressing their hair.
Μια αρωματισμένη αλοιφή, κυρίως χρησιμοποιούμενη από άντρες για τα μαλλιά τους.
A style of short haircut for women or children, in which hair is cropped no longer than the nape of the neck.
Ένα είδος κοντού κουρέματος για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπου τα μαλλιά κουρεύοται μέχρι τον σβέρκο.
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, to cover flaws, and, sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, για να καλύψει ατέλειες και, μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
A cosmetic that is used to color the lips, containing pigments, oils, waxes and emollients.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να χρωματίζει τα χείλια, περιέχοντας χρωστικές βαφές, έλαια, κεριά και ενυδατικό επιδερμίδας.
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, and sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, και μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
A feeling or emotion that causes attention to focus on an object or an event or a process
Μια αίσθηση ή ένα συναίσθημα που προκαλεί την συγκέντρωση της προσοχής σε ένα αντικείμενο ή ένα γεγονός ή μια διαδικασία
A way to improve the appearance of the feet and the nails.
Ένας τρόπος για βελτίωση της εμφάνισης των ποδιών και των νυχιών.