Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A silky powder to lightly brush over foundation and help control shine and keep one's look fresh.
Μια μεταξένια πούδρα που απλώνεται απαλά πάνω από την κρέμα βάσης και βοηθάει στον έλεγχο λάμψης και διατηρεί μια φρέσκια όψη.
The area in a theatre upon which the play is performed. Traditionally a raised platform, but stages can also be at a level below a surrounding audience, as in theatres in the round.
Ο χώρος σε ένα θέατρο όπου διαδραματίζεται το έργο. Παραδοσιακά μια υπερηψωμένη πλατφόρμα, αν και μπορεί να είναι σε επίπεδο κάτω από το κοινό, όπως στα κυκλικά ...
A condition in which memory is disturbed or lost
Μια κατάσταση στην οποία η μνήμη διαταράσσεται ή χάνεται
A cosmetic used by women in Egypt and Arabia to darken the edges of their eyelids.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται από γυναίκες στην Αίγυπτο και την Αραβία για να σκουρύνουν τις άκρες των βλεφάρων τους.
A formal ceremony to officially end a marriage by exchanging divorce vows and returning the wedding rings. As divorce becomes more common, a divorce ceremony can provide people involved with a sense of closure to an important chapter of life. Many culture ...
Μια επίσημη τελετή για το επίσημο τέλος ενός γάμου με την ανταλλαγή όρκων διαζυγίου και την επιστροφή των γαμήλιων βερών. Καώς το διαζύγιο γίνεται όλο και πιο συνηθισμενο, μια τελετή διαζυγίου μπορεί να αποτελέσει για τους εμπλεκομένους μια αίσθηση τελειώματος ...
A state of abnormally elevated or irritable mood, arousal, and/ or energy levels
Μια κατάσταση ασυνήθιστα ανεβασμένης ή ευερέθιστης διάθεσης, διέγερσης και/ή επιπέδων ενέργειας
Long speech by a single actor. Similar to soliloquy. The speech is generally made by the actor as if speaking to himself and is revealing of his or her thoughts or feelings.
Μεγάλος σε μήκος λόγος από έναν ηθοποιό. Ο λόγος γίνεται γενικά από τον ηθοποιό σαν να μιλάει στον εαυτό του και αποκαλύπτει τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του ή ...
A type of makeup used to mask acnes, dark circles and other small blemishes visible on the skin. Unlike foundation, concealers tend to be more heavily pigmented only applied to certain parts, whereas foundation is usually applied to larger areas.
Είδος καλλυντικού που χρησιμοποιείται για να καλύψει την ακμή, τους μαύρους κύκλους και άλλα στίγματα ορατά στο δέρμα. Σε αντίθεση με τη βάση, τα concealer τείνουν να έχουν πιο βαριά σύνθεση και να εφαρμόζονται μόνο σε συγκεκριμένα σημεία, ενώ η βάση συνήθως ...
An organism's ability to store, retain, and recall information and experiences
Η ικανότητα ενός οργανισμού να αποθηκεύει, να συγκρατεί και να ανακαλεί πλξροφορίες και εμπειρίες
The inherent inclination of a living organism toward a particular behavior
Η έμφυτη τάση ένος ζωντανού οργανισμού προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά