portrait

Niki Makarona

London, UK

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

1,921

Words Translated

79

Terms Translated

Niki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)face powder

A cosmetic powder applied to the face to set a foundation after application.

Greek (EL)πούδρα προσώπου

Καλλυντική πούδρα που εφαρμόζεται στι πρόσωπο ως βάση μετα την εφαρμογή.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)manipulation

A type of social influence that aims to change the perception or behavior of others through underhanded, deceptive, or even abusive tactics

Greek (EL)χειραγώγηση

Ένα είδος κοινωνικής επιρροής που στοχεύει να αλλάξει την αντίληψη ή συμπεριφορά άλλων μέσα από ύπουλες, παραπλανητικές ή ακόμη και βίαιες ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)concealer

A type of makeup used to mask acnes, dark circles and other small blemishes visible on the skin. Unlike foundation, concealers tend to be more heavily pigmented only applied to certain parts, whereas foundation is usually applied to larger areas.

Greek (EL)concealer

Είδος καλλυντικού που χρησιμοποιείται για να καλύψει την ακμή, τους μαύρους κύκλους και άλλα στίγματα ορατά στο δέρμα. Σε αντίθεση με τη βάση, τα concealer τείνουν να έχουν πιο βαριά σύνθεση και να εφαρμόζονται μόνο σε συγκεκριμένα σημεία, ενώ η βάση συνήθως ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)divorce

Formal ending of a marriage through legal means while both parties are still alive.

Greek (EL)διαζύγιο

Επίσημη κατάληξη ενός γάμου με νομικά μέσα εφόσον και τα δύο μέρη είναι εν ζωή.

Personal life; Divorce

English (EN)imagination

The ability of forming mental images, sensations and concepts, in a moment when they are not perceived through sight, hearing or other senses

Greek (EL)φαντασία

Η ικανότητα του σχηματισμού πνευματικών εικόνων, αισθήσεων και ιδεών, σε μια στιγμή που δεν γίνονται αντιληπτά μέσα από την όραση, την ακοή ή τις άλλες ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)eating disorder

A group of conditions characterized by abnormal eating habits that may involve either insufficient or excessive food intake to the detriment of an individual's physical and emotional health

Greek (EL)διατροφικη διαταραχή

Σύνολο καταστάσεων που χαρακτηρίζεται από αφύσικες διατροφικές συνήθειες που μπορεί να περιλαμβάνουν είτε ανεπαρκή είτε υπερβολική πρόσληψη φαγητού εις βάρος της σωματικής και συναισθηματικής υγείας του ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)hematoma

Collection of blood inside a body cavity. Swelling, pain, and bruising may result. If a hematoma occurs, it will usually be soon after surgery; however, it can also occur at any time after injury to the breast. While the body absorbs small hematomas, ...

Greek (EL)αιμάτωμα

Συλλογή αίματος μέσα σε μια σωματική κοιλότητα. Οίδημα , πόνος και μώλωπες μπορεί να προκληθούν. Αν προκύψει αιμάτωμα, συνήθως είναι μετά από επέμβαση·ωστόσο, μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή μετά από τραυματισμό στο στήθος. Αν και το σώμα απορροφά ...

Beauty; Breast implant

English (EN)epilogue

See, Prologue. This is a summary speech, delivered at the end of the play, which explains or comments upon the action. Neither epilogues or prologues are used much in today's theatre.

Greek (EL)επίλογος

Βλέπε, Πρόλογος. Είναι ένας περιληπτικός λόγος, που γίνεται στο τέλος του έργου, ο οποίος εξηγεί ή σχολιάζει την πράξη. Ούτε ο επίλογος ούτε ο πρόλογος χρησιμοποιούνται πολύ στα θέατρα ...

Performing arts; Theatre

English (EN)prenuptial agreement

Also referred to as a premarital agreement, this is a legal document that dictates how property and debt will be split should the parties decide to divorce at some future time.

Greek (EL)προγαμιαίο σύμφωνο

Αναφέρεται και ως προγαμιαίο σύμβολο, είναι ένα νομικό έγγραφο που ορίζει πώς θα μοιραστούν η ιδιοκτησία και τα χρέη αν τα μέρη αποφασίσουν να χωρίσουν στο ...

Personal life; Divorce

English (EN)romance

Formerly a medieval tale in mixed prose and verse describing marvelous adventures of a hero of chivalry, it later came to mean a short lyric poem.

Greek (EL)Ρομάντζο

Παλαιότερα, ήταν μεσαιωνική ιστορία με ανάμεικτο λόγο και στίχο που περιέγραπτε απίθανες ιπποτικές περιπέτειες του ήρωα. Αργότερα, κατέληξε να σημαίνει ένα μικρό λυρικό ...

Literature; Poetry