Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A way to improve the appearance of the feet and the nails.
Ένας τρόπος για βελτίωση της εμφάνισης των ποδιών και των νυχιών.
A type of eye make-up used in East Asia designed to change the "monolid" (eyelid without a crease). Eyelid glue is a water-soluble adhesive that can be easily removed.
Είδος μέικαπ για τα μάτια που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία σχεδιασμένη για να αλλάζει το 'μονό' βλέφαρο (βλέφαρο χωρίς πτυχή). Η κόλλα βλεφάρου είναι διαλυτή στο νερό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί. ...
A silky powder to lightly brush over foundation and help control shine and keep one's look fresh.
Μια μεταξένια πούδρα που απλώνεται απαλά πάνω από την κρέμα βάσης και βοηθάει στον έλεγχο λάμψης και διατηρεί μια φρέσκια όψη.
Session during which the director works with the cast and crew, preparing a play for production before an audience.
Περίοδος κατά την οποία ο σκηνοθέτης εργάζεται με τους ηθοποιούς και το συνεργείο, προετοιμάζοντας την παραγωγή ενός έργου μπροστά στο ...
Formal ending of a marriage through legal means while both parties are still alive.
Επίσημη κατάληξη ενός γάμου με νομικά μέσα εφόσον και τα δύο μέρη είναι εν ζωή.
A style of short haircut for women or children, in which hair is cropped no longer than the nape of the neck.
Ένα είδος κοντού κουρέματος για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπου τα μαλλιά κουρεύοται μέχρι τον σβέρκο.
The driving force which causes us to achieve goals
Η κινητήριος δύναμη που μας προκαλεί να επιτυγχάνουμε τους στόχους μας
A state of abnormally elevated or irritable mood, arousal, and/ or energy levels
Μια κατάσταση ασυνήθιστα ανεβασμένης ή ευερέθιστης διάθεσης, διέγερσης και/ή επιπέδων ενέργειας
The inherent inclination of a living organism toward a particular behavior
Η έμφυτη τάση ένος ζωντανού οργανισμού προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά
A scented ointment, especially one used by men for dressing their hair.
Μια αρωματισμένη αλοιφή, κυρίως χρησιμοποιούμενη από άντρες για τα μαλλιά τους.