Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A cosmetic used to emphasize the shape of the eyes. It is applied along the rim of the eye.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να τονίσει το σχήμα των ματιών. Eφαρμόζεται στο περίγραμμα των ματιών.
A cosmetic used by women in Egypt and Arabia to darken the edges of their eyelids.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται από γυναίκες στην Αίγυπτο και την Αραβία για να σκουρύνουν τις άκρες των βλεφάρων τους.
A cosmetic used to define the eyes. It is applied around the contours of the eye, along and above the edges of the eyelids where the eyelashes grow. Often applied just on the outer half of the eye.
Καλλυντικό που χρησιμοποείται για να δώσει σχήμα στα μάτια. Εφαρμόζεται γύρω από το περίγραμμα των ματιών. κατα μήκος και πάνω από τις άκρες των βλρφάρων όπου βρίσκονται οι βλεφαρίδες. Συχνά εφαρμόζεται μόνο στο εξωτερικό μισό του ...
A dream that can cause a strong negative emotional response from the sleeper, typically fear and/or horror
Ένα όνειρο που μπορεί να προκαλέσει έντονη αρνητική συναισθηματική αντίδραση του ατόμου που κοιμάται, συνήθως φόβο και/ή τρόμο
Long speech by a single actor. Similar to soliloquy. The speech is generally made by the actor as if speaking to himself and is revealing of his or her thoughts or feelings.
Μεγάλος σε μήκος λόγος από έναν ηθοποιό. Ο λόγος γίνεται γενικά από τον ηθοποιό σαν να μιλάει στον εαυτό του και αποκαλύπτει τις σκέψεις ή τα συναισθήματά του ή ...
A state of mind, one of unmanageable emotional excesses
Μια κατάσταση του μυαλού, ανυπάκουης συναισθηματικής υπερβολής
The art of using language to communicate effectively and persuasively
Η τέχνη του να χρησιμοποιείς τη γλώσσα για να επικοινωνείς αποτελεσματικά και πειστικά
See, Monologue. Soliloquy is passage of narrative spoken by a single actor in which his or her thoughts are revealed to the audience.
Βλέπε, Μονόλογος. Ο μονόλογος είναι αφηγηματικό κείμενο από έναν ηθοποιό, μέσα από το οποίο αποκαλύπτονται στο κοιμό οι σκέψεις του ή της.
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, to cover flaws, and, sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, για να καλύψει ατέλειες και, μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
A scented ointment, especially one used by men for dressing their hair.
Μια αρωματισμένη αλοιφή, κυρίως χρησιμοποιούμενη από άντρες για τα μαλλιά τους.