portrait

Niki Makarona

London, UK

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

1,921

Words Translated

79

Terms Translated

Niki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)anger

An emotion related to one's perception of having been offended or wronged and a tendency to undo that wrongdoing by retaliation

Greek (EL)θυμός

Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την αντίληψη κάποιου οτι έχει προσβληθεί ή αδικηθεί και με την τάση να διορθώσει την αδικία με αντίποινα.

Psychology; Psychiatry

English (EN)anti-aging

property of skin care products, according to claims by manufacturers

Greek (EL)αντιγηραντικό

ιδιότητα προϊόντων περιποίησης προσώπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατασκευαστών

Cosmetics & skin care;

English (EN)amnesia

A condition in which memory is disturbed or lost

Greek (EL)αμνησία

Μια κατάσταση στην οποία η μνήμη διαταράσσεται ή χάνεται

Psychology; Psychiatry

English (EN)hysteria

A state of mind, one of unmanageable emotional excesses

Greek (EL)υστερία

Μια κατάσταση του μυαλού, ανυπάκουης συναισθηματικής υπερβολής

Psychology; Psychiatry

English (EN)sandwiches

A sandwich is made up of one or more slices of bread with nutritious filling between them. Any kind of bread,cream or loaf bread, rolls and buns will make a good sandwich. The filling may be slices of cold meat, chopped meat, eggs, chicken, ham and cheese ...

Greek (EL)σάντουιτς

Το σάντουιτς αποτελείται απο μί ή περισσότερες φέτες ψωμιού με θρεπτική γέμιση ανάμεσά τους. Οποιοδήποτε είδος ψωμιού, κρέμας ή ψωμί του τοστ, φραντζολάκι ή κουλουράκι θα κάνουν ένα καλό σάντουιτς. Η γέμιση μπορεί να είναι φέτες από κρύο κρέας, κομμένο κρέας, ...

Snack foods; Sandwiches

English (EN)curiosity

An emotion related to natural inquisitive behavior such as exploration, investigation, and learning, evident by observation in human and many animal species

Greek (EL)περιέργεια

Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την φυσική φιλοπερίεργη συμπεριφορά όπως η εξερεύνηση, η έρευνα και η μάθηση, εμφανή από την παρατηριτικότητα στον άνθρωπο και πολλά είδη ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)boredom

An emotional state experienced during periods lacking activity or when individuals are uninterested in their surroundings

Greek (EL)βαρεμάρα

Μια συναισθηματική κατάσταση που βιώνεται σε περιόδους έλλειψης δραστηριότητας ή όταν υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος για το περιβάλλον

Psychology; Psychiatry

English (EN)anti-aging cream

Predominantly moisturiser based cosmeceutical skin care products marketed with the promise of making the consumer look younger by reducing visible wrinkles, expression lines, blemishes and other environmentally (especially from the sun) related conditions of ...

Greek (EL)αντι-γηραντική κρέμα

Kυρίως φαρμακευτικά καλλυντικά προϊόντα περιποίησης δέρματος με ενυδατική βάση που διαφημίζονται για την υπόσχεση ότι κάνουν τον καταναλωτή να δείχνει νεώτερος μειώνοντας τις ορατές ρυτίδες, τις γραμμές έκφρασης, τα στίγματα και άλλες δερματικές καταστάσεις ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)blush

Also called rouge, is a cosmetic used by women to redden the cheeks, and to emphasize the cheekbones.

Greek (EL)ρουζ

Ονομάζεται και ρουζ, είναι ένα καλλυντικό που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για να κοκινίσουν τα μάγουλά τους, και να τονίζουν τα μήλα ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)lipstick

A cosmetic that is used to color the lips, containing pigments, oils, waxes and emollients.

Greek (EL)κραγιόν

Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να χρωματίζει τα χείλια, περιέχοντας χρωστικές βαφές, έλαια, κεριά και ενυδατικό επιδερμίδας.

Cosmetics & skin care; Cosmetics