Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Session during which the director works with the cast and crew, preparing a play for production before an audience.
Περίοδος κατά την οποία ο σκηνοθέτης εργάζεται με τους ηθοποιούς και το συνεργείο, προετοιμάζοντας την παραγωγή ενός έργου μπροστά στο ...
An emotion characterized by feelings of disadvantage, loss, helplessness, sorrow, and rage. When sad, people often become outspoken, less energetic, and emotional.
Ένα συναίσθημα που χαρακτηρίζεται απο αισθήματα μειονεξίας, απώλειας, ανικανότητας, λύπης και θυμού Όταν οι άνθρωποι είναι θλιμένοι συχνά γίνονται ωμοί, λιγότερο δραστήριοι και συναισθηματικοί. ...
An emotion related to natural inquisitive behavior such as exploration, investigation, and learning, evident by observation in human and many animal species
Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την φυσική φιλοπερίεργη συμπεριφορά όπως η εξερεύνηση, η έρευνα και η μάθηση, εμφανή από την παρατηριτικότητα στον άνθρωπο και πολλά είδη ...
A sandwich is made up of one or more slices of bread with nutritious filling between them. Any kind of bread,cream or loaf bread, rolls and buns will make a good sandwich. The filling may be slices of cold meat, chopped meat, eggs, chicken, ham and cheese ...
Το σάντουιτς αποτελείται απο μί ή περισσότερες φέτες ψωμιού με θρεπτική γέμιση ανάμεσά τους. Οποιοδήποτε είδος ψωμιού, κρέμας ή ψωμί του τοστ, φραντζολάκι ή κουλουράκι θα κάνουν ένα καλό σάντουιτς. Η γέμιση μπορεί να είναι φέτες από κρύο κρέας, κομμένο κρέας, ...
A cosmetic powder applied to the face to set a foundation after application.
Καλλυντική πούδρα που εφαρμόζεται στι πρόσωπο ως βάση μετα την εφαρμογή.
A style of short haircut for women or children, in which hair is cropped no longer than the nape of the neck.
Ένα είδος κοντού κουρέματος για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπου τα μαλλιά κουρεύοται μέχρι τον σβέρκο.
A cosmetic used to enhance the eyes, darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να ενισχύσει τα μάτια, να κάνει πιο σκούρες, πυκνές, μακριές, και/ή να ξεχωρίσειτις βλεφαρίδες.
A condition in which memory is disturbed or lost
Μια κατάσταση στην οποία η μνήμη διαταράσσεται ή χάνεται
The sociopsychological phenomenon of the manifestation of the same or similar hysterical symptoms by more than one person
Το κοινωνικο-ψυχολογικό φαινόμενο της εκδήλωσης ίδιων ή όμοιων υστερικών συμπτωμάτων σε περισσότερα από ένα άτομα
A piece of soft material used for the application of powder.
Κομμάτι από μαλακό υλικό που χρησιμοποιείται για να απλωθεί η σκόνη.