Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
An emotion characterized by feelings of disadvantage, loss, helplessness, sorrow, and rage. When sad, people often become outspoken, less energetic, and emotional.
Ένα συναίσθημα που χαρακτηρίζεται απο αισθήματα μειονεξίας, απώλειας, ανικανότητας, λύπης και θυμού Όταν οι άνθρωποι είναι θλιμένοι συχνά γίνονται ωμοί, λιγότερο δραστήριοι και συναισθηματικοί. ...
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, and sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, και μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
An organism's ability to store, retain, and recall information and experiences
Η ικανότητα ενός οργανισμού να αποθηκεύει, να συγκρατεί και να ανακαλεί πλξροφορίες και εμπειρίες
A lotion, spray, gel or other topical product that absorbs or reflects some of the sun's ultraviolet (UV) radiation on the skin exposed to sunlight and thus helps protect against sunburn.
Μια λοσιόν, σπρέϋ, τζελ ή άλλο τοπικό προϊόν που απορροφάειή αντανακλάει μερική από την υπεριώδη (UV) ακτινοβολία από την εκτεθειμένη στον ήλιο επιδερμίδα και έτσι βοηθάει στην προστασία κατά του ηλιακού εγκαύματος. ...
A mental disorder characterized by an all-encompassing low mood accompanied by low self-esteem, and by loss of interest or pleasure in normally enjoyable activities
Μια πνευματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη κακή διάθεση συνοδευόμενη από χαμηλή αυτοεκτίμηση και χάζιμο του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης από κανονικά διασκεδαστικές δραδτηριότητες ...
Short for "permanent wave". A wave or curl which is set into the hair by the application of heat and/or a chemical treatment and which remains for a long period of time.
Συνταμία για 'περμανάντ σπάσιμο'. Σπάσιμο ή μπούκλα που προκαλέιται στα μαλλιά με τη ζέστη και/ή με χημική θεραπεία και η οποία παραμένει για μεγάλο χρονικό ...
A state of mind, one of unmanageable emotional excesses
Μια κατάσταση του μυαλού, ανυπάκουης συναισθηματικής υπερβολής
The ability of forming mental images, sensations and concepts, in a moment when they are not perceived through sight, hearing or other senses
Η ικανότητα του σχηματισμού πνευματικών εικόνων, αισθήσεων και ιδεών, σε μια στιγμή που δεν γίνονται αντιληπτά μέσα από την όραση, την ακοή ή τις άλλες ...
A product used primarily to give lips a glossy lustre and sometimes subtle color. It is distributed as a liquid or a soft solid.
Ένα προϊόν που χρησιμοποιείται αρχικά για να δώσει στα χείλια μια γυαλιστερή λάμψη και μερικές φορές απαλό χρώμα. Διανέμεται σε υγρό ή σε μαλακό ...
The person charged with overall interpretation of a dramatic work, who conducts the rehearsals, blocks the action and assists the actors in developing their characters.
Το άτομο υπέυθυνο για την ερμηνεία του δραματικού έργου, ο οποίος διευθύνει τις πρόβες, μπλοκάρει την δράση και βοηθάειτους ηθοποιούς να αναπτύξουν τους χαρακτήρες ...