Niki Makarona

London, UK

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)


Words Translated


Terms Translated

Niki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)face powder

A cosmetic powder applied to the face to set a foundation after application.

Greek (EL)πούδρα προσώπου

Καλλυντική πούδρα που εφαρμόζεται στι πρόσωπο ως βάση μετα την εφαρμογή.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)Sleeping Beauty Exhibit

A 2012 summer art exhibit at the central gallery of the National Art Museum of Ukraine that featured men kissing sleeping women to try to awaken them. Each qualified male suitor could kiss a sleeping woman on the lips only once. If the man was successful, he ...

Greek (EL)Κοιμούνται ομορφιά εκθέματος

Ενα καλοκαίρι τέχνης του 2012 παρουσιάζει κατά της κεντρικής συλλογής του το Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Ουκρανίας όπου άνδρς φιλούν Κοιμώμενες γυναίκες να προσπαθήσουμε να ξυπνήσουμε τους. Κάθε ειδική αρσενική suitor θα μπορούσε να φιλά Κοιμωμένη γυναίκα στα ...

Arts & crafts; Modern art

English (EN)schizophrenia

A mental disorder characterized by a disintegration of the process of thinking and of emotional responsiveness

Greek (EL)σχιζοφρένεια

Μια πνευματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αποσύνθεση της διαδικασίας της σκέψης και της συναισθηματικής ανταπόκρισης

Psychology; Psychiatry

English (EN)pedicure

A way to improve the appearance of the feet and the nails.

Greek (EL)πεντικιούρ

Ένας τρόπος για βελτίωση της εμφάνισης των ποδιών και των νυχιών.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)prenuptial agreement

Also referred to as a premarital agreement, this is a legal document that dictates how property and debt will be split should the parties decide to divorce at some future time.

Greek (EL)προγαμιαίο σύμφωνο

Αναφέρεται και ως προγαμιαίο σύμβολο, είναι ένα νομικό έγγραφο που ορίζει πώς θα μοιραστούν η ιδιοκτησία και τα χρέη αν τα μέρη αποφασίσουν να χωρίσουν στο ...

Personal life; Divorce

English (EN)plain sandwich

A sandwich made up of two slices of bread, preferably a day-old bread, toasted if desired, and on which butter can be readily spread. Its crusts may or may not be removed, depending upon your preference. Butter, mayonnaise or a prepared sandwich spread may be ...

Greek (EL)απλό σάντουιτς

Σάντουιτς που αποτελείται από δυο φέτες ψωμιού, κατά προτίμηση με ψωμί μιας μέρας, φρυγανισμένο αν θέλετε, πάνω στο οποίο μπορεί να απλωθεί εύκολα βούτυρο. Τα ξεροκαμμένα κομμάτια μπορούν να αφαιρεθούν, ανάλογα με τις προτιμήσεις σας. Βούτυρο, μαγιονέζα ή ...

Snack foods; Sandwiches

English (EN)rehearsal

Session during which the director works with the cast and crew, preparing a play for production before an audience.

Greek (EL)πρόβα

Περίοδος κατά την οποία ο σκηνοθέτης εργάζεται με τους ηθοποιούς και το συνεργείο, προετοιμάζοντας την παραγωγή ενός έργου μπροστά στο ...

Performing arts; Theatre

English (EN)curiosity

An emotion related to natural inquisitive behavior such as exploration, investigation, and learning, evident by observation in human and many animal species

Greek (EL)περιέργεια

Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την φυσική φιλοπερίεργη συμπεριφορά όπως η εξερεύνηση, η έρευνα και η μάθηση, εμφανή από την παρατηριτικότητα στον άνθρωπο και πολλά είδη ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)age spots

Small flat pigmented spots that are most often seen on areas of the body that have been exposed to the sun over a period of years. Age spots usually occur after the age of 40.

Greek (EL)κηλίδες ηλικίας

Μικρές επίπεδες χρωματισμένες κηλίδες που εμφανίζονται κυρίως σε μέρη του σώματος που έχουν εκτεθεί στον ήλιο για περιόδους ετών. Οι κηλίδες ηλικίας εμφανίζονται συνήθως μετά τα ...

Beauty; Cosmetic surgery

English (EN)eating disorder

A group of conditions characterized by abnormal eating habits that may involve either insufficient or excessive food intake to the detriment of an individual's physical and emotional health

Greek (EL)διατροφικη διαταραχή

Σύνολο καταστάσεων που χαρακτηρίζεται από αφύσικες διατροφικές συνήθειες που μπορεί να περιλαμβάνουν είτε ανεπαρκή είτε υπερβολική πρόσληψη φαγητού εις βάρος της σωματικής και συναισθηματικής υγείας του ...

Psychology; Psychiatry