Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A product used to remove the makeup products applied on the skin. It is used for cleaning the skin for other procedures, like applying any type of lotion at evening before the person goes to sleep.
Προϊόν που χρησιμοποιείται για να αφαιρεί τα προϊόντα μέικαπ που εφαρμόζονται στο δέρμα. Χρησιμοποιείται για να καθαρίζει το δέρμα για άλλες διαδικασίες, όπως την εφαρμογή οποιουδήποτε τύπου λοσιόν το βράδυ πριν τον ...
The mental process of judging the merits of multiple options and selecting one of them
Η πνευματική διαδικασία της κρίσης των πλεονεκτημάτων πολλαπλών επιλογών και της επιλογής ένος εκ των οποίων
Also called rouge, is a cosmetic used by women to redden the cheeks, and to emphasize the cheekbones.
Ονομάζεται και ρουζ, είναι ένα καλλυντικό που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για να κοκινίσουν τα μάγουλά τους, και να τονίζουν τα μήλα ...
The inherent inclination of a living organism toward a particular behavior
Η έμφυτη τάση ένος ζωντανού οργανισμού προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά
An emotion related to natural inquisitive behavior such as exploration, investigation, and learning, evident by observation in human and many animal species
Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την φυσική φιλοπερίεργη συμπεριφορά όπως η εξερεύνηση, η έρευνα και η μάθηση, εμφανή από την παρατηριτικότητα στον άνθρωπο και πολλά είδη ...
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, to cover flaws, and, sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, για να καλύψει ατέλειες και, μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
An emotion, which typically refers to the negative thoughts and feelings of insecurity, fear, and anxiety over an anticipated loss of something that the person values, such as a relationship, friendship, or love
Ένα συναίσθημα, το οπίο συνήθως αναφέρεται στις αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα ανασφάλειας, φόβου και άγχους για την αναμενόμενη απώλεια κάτι σημαντικού για κάποιον, όπως μιας σχέσης, φιλίας ή ...
A cosmetic in pencil form that is used to darken the eyebrow hairs.
Καλλυντικό σε μορφή μολυβιού που χρησιμοποιείται για να σκουραίνει τα φρύδια.
A cosmetic that is used to color the lips, containing pigments, oils, waxes and emollients.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να χρωματίζει τα χείλια, περιέχοντας χρωστικές βαφές, έλαια, κεριά και ενυδατικό επιδερμίδας.
A cosmetic used by women in Egypt and Arabia to darken the edges of their eyelids.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται από γυναίκες στην Αίγυπτο και την Αραβία για να σκουρύνουν τις άκρες των βλεφάρων τους.