Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, to cover flaws, and, sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, για να καλύψει ατέλειες και, μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
The driving force which causes us to achieve goals
Η κινητήριος δύναμη που μας προκαλεί να επιτυγχάνουμε τους στόχους μας
A mass movement that started in Spain in May 2011 to protest against economic injustice as the impact of Spain's deepest economic crisis in decades created record high unemployment and led to a series of government's austerity measures. Relying heavily on ...
Μαζικό κίνημα που ξεκίνησε στην Ισπανία τον Μάϊο του 2011 για τη διαμαρτυρία κατά της οικονομικής αδικίας καθώς το αντίκτυπο της μεγαλύτερης για δεκαετίες οικονομικής κρίσης στην Ισπανία δημιούργησε πρωτοφανές ποσοστό ανεργίας και οδήγησε σε μια σειρά από ...
Formerly a medieval tale in mixed prose and verse describing marvelous adventures of a hero of chivalry, it later came to mean a short lyric poem.
Παλαιότερα, ήταν μεσαιωνική ιστορία με ανάμεικτο λόγο και στίχο που περιέγραπτε απίθανες ιπποτικές περιπέτειες του ήρωα. Αργότερα, κατέληξε να σημαίνει ένα μικρό λυρικό ...
The mental process of judging the merits of multiple options and selecting one of them
Η πνευματική διαδικασία της κρίσης των πλεονεκτημάτων πολλαπλών επιλογών και της επιλογής ένος εκ των οποίων
powder or cream substance, containing color pigments (and possibly light-reflecting materials such as shimmer or glitter) and other ingredients, for application on the eyelid and eye area
σκόνη ή κρεμώδης ουσία, που περιέχει χρωστικές ουσίες (και πιθανώς υλικά που αντανακλούν το φως όπως ιριδίζουσες ουσίες ή γκλίτερ) και άλλα συστατικά, για εφαρμογή στο βλέφαρο και την περιοχή του ...
A cosmetic commonly used to enhance the eyes. It may darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως για να ενισχύσει τα μάτια. Μπορεί να κάνει πιο σκούρες, πιο παχές, πιο μακριές τις βλεφαρίδες, και/ή να τους δώσει ...
A scented ointment, especially one used by men for dressing their hair.
Μια αρωματισμένη αλοιφή, κυρίως χρησιμοποιούμενη από άντρες για τα μαλλιά τους.
Collection of blood inside a body cavity. Swelling, pain, and bruising may result. If a hematoma occurs, it will usually be soon after surgery; however, it can also occur at any time after injury to the breast. While the body absorbs small hematomas, ...
Συλλογή αίματος μέσα σε μια σωματική κοιλότητα. Οίδημα , πόνος και μώλωπες μπορεί να προκληθούν. Αν προκύψει αιμάτωμα, συνήθως είναι μετά από επέμβαση·ωστόσο, μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή μετά από τραυματισμό στο στήθος. Αν και το σώμα απορροφά ...
A silky powder to lightly brush over foundation and help control shine and keep one's look fresh.
Μια μεταξένια πούδρα που απλώνεται απαλά πάνω από την κρέμα βάσης και βοηθάει στον έλεγχο λάμψης και διατηρεί μια φρέσκια όψη.