Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Also called lip pencil, a cosmetic tool to shape the lips. It used to fill uneven areas on the outer edges of the lips after applying lipstick, and also used to outline the lips, keeping lipstick inside the lip area.
Επίσης ονομάζεται και μολύβι χειλιών, ένα καλλυντικό εργαλείο για σχηματισμό των χειλιών. Συνήθως γέμιζε ανομοιόμορφες περιοχές στις εξωτερικές άκρες των χειλιών μετ΄την εφαρμογή του κραγιόν, και για περίγραμμα των χειλιών, διατηρώντας το κραγιόν στην ...
property of skin care products, according to claims by manufacturers
ιδιότητα προϊόντων περιποίησης προσώπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατασκευαστών
A mental disorder characterized by a disintegration of the process of thinking and of emotional responsiveness
Μια πνευματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αποσύνθεση της διαδικασίας της σκέψης και της συναισθηματικής ανταπόκρισης
A sandwich made up of two slices of bread, preferably a day-old bread, toasted if desired, and on which butter can be readily spread. Its crusts may or may not be removed, depending upon your preference. Butter, mayonnaise or a prepared sandwich spread may be ...
Σάντουιτς που αποτελείται από δυο φέτες ψωμιού, κατά προτίμηση με ψωμί μιας μέρας, φρυγανισμένο αν θέλετε, πάνω στο οποίο μπορεί να απλωθεί εύκολα βούτυρο. Τα ξεροκαμμένα κομμάτια μπορούν να αφαιρεθούν, ανάλογα με τις προτιμήσεις σας. Βούτυρο, μαγιονέζα ή ...
A cosmetic typically used by women to redden the cheeks so as to provide a more youthful appearance, and to emphasize the cheekbones.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως από γυναίκες για να κοκκινίζει τα μάγουλα ώστε να δίνει μια πιο νεανική εμφάνιση, και να τονίζει τα ...
An emotion related to natural inquisitive behavior such as exploration, investigation, and learning, evident by observation in human and many animal species
Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την φυσική φιλοπερίεργη συμπεριφορά όπως η εξερεύνηση, η έρευνα και η μάθηση, εμφανή από την παρατηριτικότητα στον άνθρωπο και πολλά είδη ...
powder or cream substance, containing color pigments (and possibly light-reflecting materials such as shimmer or glitter) and other ingredients, for application on the eyelid and eye area
σκόνη ή κρεμώδης ουσία, που περιέχει χρωστικές ουσίες (και πιθανώς υλικά που αντανακλούν το φως όπως ιριδίζουσες ουσίες ή γκλίτερ) και άλλα συστατικά, για εφαρμογή στο βλέφαρο και την περιοχή του ...
A condition in which memory is disturbed or lost
Μια κατάσταση στην οποία η μνήμη διαταράσσεται ή χάνεται
A person who avoids or does not actively seek human interaction or prefers to be alone
Ένα άτομο που αποφεύγει ή δεν επιζητάει ενεργά την ανθρώπινη επικοινωνία ή προτιμάει να είναι μόνος
A school which argues that pleasure is the only intrinsic good
Μια σχολή που υποστηρίζει οτι η ευχαρίστηση είναι το μόνο φυσικό αγαθό