Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Session during which the director works with the cast and crew, preparing a play for production before an audience.
Περίοδος κατά την οποία ο σκηνοθέτης εργάζεται με τους ηθοποιούς και το συνεργείο, προετοιμάζοντας την παραγωγή ενός έργου μπροστά στο ...
A feeling or emotion that causes attention to focus on an object or an event or a process
Μια αίσθηση ή ένα συναίσθημα που προκαλεί την συγκέντρωση της προσοχής σε ένα αντικείμενο ή ένα γεγονός ή μια διαδικασία
A type of makeup used to mask acnes, dark circles and other small blemishes visible on the skin. Unlike foundation, concealers tend to be more heavily pigmented only applied to certain parts, whereas foundation is usually applied to larger areas.
Είδος καλλυντικού που χρησιμοποιείται για να καλύψει την ακμή, τους μαύρους κύκλους και άλλα στίγματα ορατά στο δέρμα. Σε αντίθεση με τη βάση, τα concealer τείνουν να έχουν πιο βαριά σύνθεση και να εφαρμόζονται μόνο σε συγκεκριμένα σημεία, ενώ η βάση συνήθως ...
A sandwich is made up of one or more slices of bread with nutritious filling between them. Any kind of bread,cream or loaf bread, rolls and buns will make a good sandwich. The filling may be slices of cold meat, chopped meat, eggs, chicken, ham and cheese ...
Το σάντουιτς αποτελείται απο μί ή περισσότερες φέτες ψωμιού με θρεπτική γέμιση ανάμεσά τους. Οποιοδήποτε είδος ψωμιού, κρέμας ή ψωμί του τοστ, φραντζολάκι ή κουλουράκι θα κάνουν ένα καλό σάντουιτς. Η γέμιση μπορεί να είναι φέτες από κρύο κρέας, κομμένο κρέας, ...
A cosmetic used to emphasize the shape of the eyes. It is applied along the rim of the eye.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να τονίσει το σχήμα των ματιών. Eφαρμόζεται στο περίγραμμα των ματιών.
A cosmetic commonly used to enhance the eyes. It may darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως για να ενισχύσει τα μάτια. Μπορεί να κάνει πιο σκούρες, πιο παχές, πιο μακριές τις βλεφαρίδες, και/ή να τους δώσει ...
See, Prologue. This is a summary speech, delivered at the end of the play, which explains or comments upon the action. Neither epilogues or prologues are used much in today's theatre.
Βλέπε, Πρόλογος. Είναι ένας περιληπτικός λόγος, που γίνεται στο τέλος του έργου, ο οποίος εξηγεί ή σχολιάζει την πράξη. Ούτε ο επίλογος ούτε ο πρόλογος χρησιμοποιούνται πολύ στα θέατρα ...
A feeling that one is inferior to others in some way
ένα αίσθημα ότι κάποιος είναι κατώτερος από τους άλλους με κάποιο τρόπο
A type of eye make-up used in East Asia designed to change the "monolid" (eyelid without a crease). Eyelid glue is a water-soluble adhesive that can be easily removed.
Είδος μέικαπ για τα μάτια που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία σχεδιασμένη για να αλλάζει το 'μονό' βλέφαρο (βλέφαρο χωρίς πτυχή). Η κόλλα βλεφάρου είναι διαλυτή στο νερό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί. ...
A mental disorder characterized by a disintegration of the process of thinking and of emotional responsiveness
Μια πνευματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αποσύνθεση της διαδικασίας της σκέψης και της συναισθηματικής ανταπόκρισης