Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
powder or cream substance, containing color pigments (and possibly light-reflecting materials such as shimmer or glitter) and other ingredients, for application on the eyelid and eye area
σκόνη ή κρεμώδης ουσία, που περιέχει χρωστικές ουσίες (και πιθανώς υλικά που αντανακλούν το φως όπως ιριδίζουσες ουσίες ή γκλίτερ) και άλλα συστατικά, για εφαρμογή στο βλέφαρο και την περιοχή του ...
The driving force which causes us to achieve goals
Η κινητήριος δύναμη που μας προκαλεί να επιτυγχάνουμε τους στόχους μας
A sensitive skin is a thin or a fine-textured skin. It reacts quickly to both heat and cold; therefore, it sunburns and windburns easily. It is commonly dry, delicate and prone to allergic reactions. Temperature changes, some detergents, cosmetics and alcohol ...
Ευαίσθητη επιδερμίδα είναι η λεπτή ή λεπτής υφής επιδερμίδα. Αντιδρά άμεσα και στη ζέστη και στο κρύο, επομένως καίγεται εύκολα και από τον ήλιο και από τον αέρα. Είναι συνήθως ξηρό, εύθραυστο και επιρρεπές σε αλλεργικές αντιδράσεις. Αλλαγές θερμοκρασίας, ...
A product used primarily to give lips a glossy lustre and sometimes subtle color. It is distributed as a liquid or a soft solid.
Ένα προϊόν που χρησιμοποιείται αρχικά για να δώσει στα χείλια μια γυαλιστερή λάμψη και μερικές φορές απαλό χρώμα. Διανέμεται σε υγρό ή σε μαλακό ...
Can occur with any surgery when wounds are contaminated with micro-organisms such as bacteria or fungi. Most infections resulting from surgery appear within a few days to weeks after the operation. However, infection is possible at any time after surgery. ...
Μπορεί να προκληθεί από οποιαδήποτε επέμβαση όταν οι πληγές είναι μολυσμένες με μικρο-οργανισμούς όπως βακτηρίδια ή μύκητες. Οι περισσότερες μολύνσεις που προκαλούνται από επεμβάσεις εμφανίζονται μέσα σε λίγες μέρες μέχρι εβδομάδες μετά την επέμβαση. ...
A cosmetic that is used to color the lips, containing pigments, oils, waxes and emollients.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να χρωματίζει τα χείλια, περιέχοντας χρωστικές βαφές, έλαια, κεριά και ενυδατικό επιδερμίδας.
An emotional state experienced during periods lacking activity or when individuals are uninterested in their surroundings
Μια συναισθηματική κατάσταση που βιώνεται σε περιόδους έλλειψης δραστηριότητας ή όταν υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος για το περιβάλλον
A style of short haircut for women or children, in which hair is cropped no longer than the nape of the neck.
Ένα είδος κοντού κουρέματος για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπου τα μαλλιά κουρεύοται μέχρι τον σβέρκο.
A cosmetic used by women in Egypt and Arabia to darken the edges of their eyelids.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται από γυναίκες στην Αίγυπτο και την Αραβία για να σκουρύνουν τις άκρες των βλεφάρων τους.
A cosmetic typically used by women to redden the cheeks so as to provide a more youthful appearance, and to emphasize the cheekbones.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως από γυναίκες για να κοκκινίζει τα μάγουλα ώστε να δίνει μια πιο νεανική εμφάνιση, και να τονίζει τα ...