portrait

Niki Makarona

London, UK

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

1,921

Words Translated

0

Terms Translated

Niki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)rehearsal

Session during which the director works with the cast and crew, preparing a play for production before an audience.

Greek (EL)πρόβα

Περίοδος κατά την οποία ο σκηνοθέτης εργάζεται με τους ηθοποιούς και το συνεργείο, προετοιμάζοντας την παραγωγή ενός έργου μπροστά στο ...

Performing arts; Theatre

English (EN)sun screen

A lotion, spray, gel or other topical product that absorbs or reflects some of the sun's ultraviolet (UV) radiation on the skin exposed to sunlight and thus helps protect against sunburn.

Greek (EL)αντιηλιακό

Μια λοσιόν, σπρέϋ, τζελ ή άλλο τοπικό προϊόν που απορροφάειή αντανακλάει μερική από την υπεριώδη (UV) ακτινοβολία από την εκτεθειμένη στον ήλιο επιδερμίδα και έτσι βοηθάει στην προστασία κατά του ηλιακού εγκαύματος. ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)memory

An organism's ability to store, retain, and recall information and experiences

Greek (EL)μνήμη

Η ικανότητα ενός οργανισμού να αποθηκεύει, να συγκρατεί και να ανακαλεί πλξροφορίες και εμπειρίες

Psychology; Psychiatry

English (EN)anti-aging

property of skin care products, according to claims by manufacturers

Greek (EL)αντιγηραντικό

ιδιότητα προϊόντων περιποίησης προσώπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατασκευαστών

Cosmetics & skin care;

English (EN)learning

Acquiring new knowledge, behaviors, skills, values, or preferences and may involve synthesizing different types of information

Greek (EL)μάθηση

Απόκτηση νέων γνώσεων, συμπεριφορών, ικανοτήτων, αξιών, ή προτιμήσεων και μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικά είδη πληροφοριών

Psychology; Psychiatry

English (EN)major depressive disorder

A mental disorder characterized by an all-encompassing low mood accompanied by low self-esteem, and by loss of interest or pleasure in normally enjoyable activities

Greek (EL)μείζων καταθλιπτική διαταραχή

Μια πνευματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη κακή διάθεση συνοδευόμενη από χαμηλή αυτοεκτίμηση και χάζιμο του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης από κανονικά διασκεδαστικές δραδτηριότητες ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)eye liner

A cosmetic used to define the eyes. It is applied around the contours of the eye, along and above the edges of the eyelids where the eyelashes grow. Often applied just on the outer half of the eye.

Greek (EL)eye liner

Καλλυντικό που χρησιμοποείται για να δώσει σχήμα στα μάτια. Εφαρμόζεται γύρω από το περίγραμμα των ματιών. κατα μήκος και πάνω από τις άκρες των βλρφάρων όπου βρίσκονται οι βλεφαρίδες. Συχνά εφαρμόζεται μόνο στο εξωτερικό μισό του ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)sensitive skin

A sensitive skin is a thin or a fine-textured skin. It reacts quickly to both heat and cold; therefore, it sunburns and windburns easily. It is commonly dry, delicate and prone to allergic reactions. Temperature changes, some detergents, cosmetics and alcohol ...

Greek (EL)ευαίσθητη επιδερμίδα

Ευαίσθητη επιδερμίδα είναι η λεπτή ή λεπτής υφής επιδερμίδα. Αντιδρά άμεσα και στη ζέστη και στο κρύο, επομένως καίγεται εύκολα και από τον ήλιο και από τον αέρα. Είναι συνήθως ξηρό, εύθραυστο και επιρρεπές σε αλλεργικές αντιδράσεις. Αλλαγές θερμοκρασίας, ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)face powder

A cosmetic powder applied to the face to set a foundation after application.

Greek (EL)πούδρα προσώπου

Καλλυντική πούδρα που εφαρμόζεται στι πρόσωπο ως βάση μετα την εφαρμογή.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)skin whitening

The practice of using chemical substances in an attempt to lighten skin tone or provide an even skin complexion by lessening the concentration of melanin.

Greek (EL)λεύκανση δέρματος

Η χρήση χημικών ουσιών στην προσπάθεια για άνοιγμα του τόνου του δέρματος ή για ομοιόμορφη επιδερμίδα μειώνοντας τη συγκέντρωση της μελανίνης. ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics