Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Also called rouge, is a cosmetic used by women to redden the cheeks, and to emphasize the cheekbones.
Ονομάζεται και ρουζ, είναι ένα καλλυντικό που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για να κοκινίσουν τα μάγουλά τους, και να τονίζουν τα μήλα ...
A method of semi-permanent hair removal which removes the hair from the root. Almost any area of the body can be waxed, including eyebrows, face, bikini area, legs, arms, back, abdomen and feet
Μια μέθοδος ημι-μόνιμης αφαίρεσης τριχών που αφαιρεί τις τρίχες από τη ρίζα. Σχεδόν οποιαδήποτε περιοχή του σώματος μπορεί να αποτριχωθεί με κερί, περιλαμβανομένων των βλεφάρων, του προσώπου, της περιοχής του μπικίνι, των ποδιών, χεριών, πλάτης, κοιλιάς και ...
A cosmetic used by women in Egypt and Arabia to darken the edges of their eyelids.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται από γυναίκες στην Αίγυπτο και την Αραβία για να σκουρύνουν τις άκρες των βλεφάρων τους.
A scented ointment, especially one used by men for dressing their hair.
Μια αρωματισμένη αλοιφή, κυρίως χρησιμοποιούμενη από άντρες για τα μαλλιά τους.
A formal ceremony to officially end a marriage by exchanging divorce vows and returning the wedding rings. As divorce becomes more common, a divorce ceremony can provide people involved with a sense of closure to an important chapter of life. Many culture ...
Μια επίσημη τελετή για το επίσημο τέλος ενός γάμου με την ανταλλαγή όρκων διαζυγίου και την επιστροφή των γαμήλιων βερών. Καώς το διαζύγιο γίνεται όλο και πιο συνηθισμενο, μια τελετή διαζυγίου μπορεί να αποτελέσει για τους εμπλεκομένους μια αίσθηση τελειώματος ...
A state of mind, one of unmanageable emotional excesses
Μια κατάσταση του μυαλού, ανυπάκουης συναισθηματικής υπερβολής
A cosmetic powder applied to the face to set a foundation after application.
Καλλυντική πούδρα που εφαρμόζεται στι πρόσωπο ως βάση μετα την εφαρμογή.
Session during which the director works with the cast and crew, preparing a play for production before an audience.
Περίοδος κατά την οποία ο σκηνοθέτης εργάζεται με τους ηθοποιούς και το συνεργείο, προετοιμάζοντας την παραγωγή ενός έργου μπροστά στο ...
A cosmetic used to emphasize the shape of the eyes. It is applied along the rim of the eye.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να τονίσει το σχήμα των ματιών. Eφαρμόζεται στο περίγραμμα των ματιών.
A mass movement that started in Spain in May 2011 to protest against economic injustice as the impact of Spain's deepest economic crisis in decades created record high unemployment and led to a series of government's austerity measures. Relying heavily on ...
Μαζικό κίνημα που ξεκίνησε στην Ισπανία τον Μάϊο του 2011 για τη διαμαρτυρία κατά της οικονομικής αδικίας καθώς το αντίκτυπο της μεγαλύτερης για δεκαετίες οικονομικής κρίσης στην Ισπανία δημιούργησε πρωτοφανές ποσοστό ανεργίας και οδήγησε σε μια σειρά από ...