Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
An emotion, which typically refers to the negative thoughts and feelings of insecurity, fear, and anxiety over an anticipated loss of something that the person values, such as a relationship, friendship, or love
Ένα συναίσθημα, το οπίο συνήθως αναφέρεται στις αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα ανασφάλειας, φόβου και άγχους για την αναμενόμενη απώλεια κάτι σημαντικού για κάποιον, όπως μιας σχέσης, φιλίας ή ...
A sensitive skin is a thin or a fine-textured skin. It reacts quickly to both heat and cold; therefore, it sunburns and windburns easily. It is commonly dry, delicate and prone to allergic reactions. Temperature changes, some detergents, cosmetics and alcohol ...
Ευαίσθητη επιδερμίδα είναι η λεπτή ή λεπτής υφής επιδερμίδα. Αντιδρά άμεσα και στη ζέστη και στο κρύο, επομένως καίγεται εύκολα και από τον ήλιο και από τον αέρα. Είναι συνήθως ξηρό, εύθραυστο και επιρρεπές σε αλλεργικές αντιδράσεις. Αλλαγές θερμοκρασίας, ...
An emotion characterized by feelings of disadvantage, loss, helplessness, sorrow, and rage. When sad, people often become outspoken, less energetic, and emotional.
Ένα συναίσθημα που χαρακτηρίζεται απο αισθήματα μειονεξίας, απώλειας, ανικανότητας, λύπης και θυμού Όταν οι άνθρωποι είναι θλιμένοι συχνά γίνονται ωμοί, λιγότερο δραστήριοι και συναισθηματικοί. ...
A product used primarily to give lips a glossy lustre and sometimes subtle color. It is distributed as a liquid or a soft solid.
Ένα προϊόν που χρησιμοποιείται αρχικά για να δώσει στα χείλια μια γυαλιστερή λάμψη και μερικές φορές απαλό χρώμα. Διανέμεται σε υγρό ή σε μαλακό ...
Collection of blood inside a body cavity. Swelling, pain, and bruising may result. If a hematoma occurs, it will usually be soon after surgery; however, it can also occur at any time after injury to the breast. While the body absorbs small hematomas, ...
Συλλογή αίματος μέσα σε μια σωματική κοιλότητα. Οίδημα , πόνος και μώλωπες μπορεί να προκληθούν. Αν προκύψει αιμάτωμα, συνήθως είναι μετά από επέμβαση·ωστόσο, μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή μετά από τραυματισμό στο στήθος. Αν και το σώμα απορροφά ...
Session during which the director works with the cast and crew, preparing a play for production before an audience.
Περίοδος κατά την οποία ο σκηνοθέτης εργάζεται με τους ηθοποιούς και το συνεργείο, προετοιμάζοντας την παραγωγή ενός έργου μπροστά στο ...
A cosmetic used to define the eyes. It is applied around the contours of the eye, along and above the edges of the eyelids where the eyelashes grow. Often applied just on the outer half of the eye.
Καλλυντικό που χρησιμοποείται για να δώσει σχήμα στα μάτια. Εφαρμόζεται γύρω από το περίγραμμα των ματιών. κατα μήκος και πάνω από τις άκρες των βλρφάρων όπου βρίσκονται οι βλεφαρίδες. Συχνά εφαρμόζεται μόνο στο εξωτερικό μισό του ...
Also called rouge, is a cosmetic used by women to redden the cheeks, and to emphasize the cheekbones.
Ονομάζεται και ρουζ, είναι ένα καλλυντικό που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για να κοκινίσουν τα μάγουλά τους, και να τονίζουν τα μήλα ...
A group of conditions characterized by abnormal eating habits that may involve either insufficient or excessive food intake to the detriment of an individual's physical and emotional health
Σύνολο καταστάσεων που χαρακτηρίζεται από αφύσικες διατροφικές συνήθειες που μπορεί να περιλαμβάνουν είτε ανεπαρκή είτε υπερβολική πρόσληψη φαγητού εις βάρος της σωματικής και συναισθηματικής υγείας του ...
The person charged with overall interpretation of a dramatic work, who conducts the rehearsals, blocks the action and assists the actors in developing their characters.
Το άτομο υπέυθυνο για την ερμηνεία του δραματικού έργου, ο οποίος διευθύνει τις πρόβες, μπλοκάρει την δράση και βοηθάειτους ηθοποιούς να αναπτύξουν τους χαρακτήρες ...