Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A cosmetic commonly used to enhance the eyes. It may darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως για να ενισχύσει τα μάτια. Μπορεί να κάνει πιο σκούρες, πιο παχές, πιο μακριές τις βλεφαρίδες, και/ή να τους δώσει ...
The driving force which causes us to achieve goals
Η κινητήριος δύναμη που μας προκαλεί να επιτυγχάνουμε τους στόχους μας
An irresistible urge to steal items of trivial value
Μια ακατάχητη παρόρμηση για κλέψιμο αντικειμένων ασήμαντης αξίας
Indicates a general lack of guilt, with respect to any kind of crime, sin, or wrongdoing
προσδιορίζει μια γενική έλλειψη ενοχής, σε σχέση με οποιοδήποτε είδος εγκλήματος, αμαρτίας ή αδικίας
A group of conditions characterized by abnormal eating habits that may involve either insufficient or excessive food intake to the detriment of an individual's physical and emotional health
Σύνολο καταστάσεων που χαρακτηρίζεται από αφύσικες διατροφικές συνήθειες που μπορεί να περιλαμβάνουν είτε ανεπαρκή είτε υπερβολική πρόσληψη φαγητού εις βάρος της σωματικής και συναισθηματικής υγείας του ...
A person who avoids or does not actively seek human interaction or prefers to be alone
Ένα άτομο που αποφεύγει ή δεν επιζητάει ενεργά την ανθρώπινη επικοινωνία ή προτιμάει να είναι μόνος
A cosmetic used to emphasize the shape of the eyes. It is applied along the rim of the eye.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να τονίσει το σχήμα των ματιών. Eφαρμόζεται στο περίγραμμα των ματιών.
A method of semi-permanent hair removal which removes the hair from the root. Almost any area of the body can be waxed, including eyebrows, face, bikini area, legs, arms, back, abdomen and feet
Μια μέθοδος ημι-μόνιμης αφαίρεσης τριχών που αφαιρεί τις τρίχες από τη ρίζα. Σχεδόν οποιαδήποτε περιοχή του σώματος μπορεί να αποτριχωθεί με κερί, περιλαμβανομένων των βλεφάρων, του προσώπου, της περιοχής του μπικίνι, των ποδιών, χεριών, πλάτης, κοιλιάς και ...
A style of short haircut for women or children, in which hair is cropped no longer than the nape of the neck.
Ένα είδος κοντού κουρέματος για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπου τα μαλλιά κουρεύοται μέχρι τον σβέρκο.
A state of abnormally elevated or irritable mood, arousal, and/ or energy levels
Μια κατάσταση ασυνήθιστα ανεβασμένης ή ευερέθιστης διάθεσης, διέγερσης και/ή επιπέδων ενέργειας