Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A mental disorder characterized by an all-encompassing low mood accompanied by low self-esteem, and by loss of interest or pleasure in normally enjoyable activities
Μια πνευματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη κακή διάθεση συνοδευόμενη από χαμηλή αυτοεκτίμηση και χάζιμο του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης από κανονικά διασκεδαστικές δραδτηριότητες ...
Predominantly moisturiser based cosmeceutical skin care products marketed with the promise of making the consumer look younger by reducing visible wrinkles, expression lines, blemishes and other environmentally (especially from the sun) related conditions of ...
Kυρίως φαρμακευτικά καλλυντικά προϊόντα περιποίησης δέρματος με ενυδατική βάση που διαφημίζονται για την υπόσχεση ότι κάνουν τον καταναλωτή να δείχνει νεώτερος μειώνοντας τις ορατές ρυτίδες, τις γραμμές έκφρασης, τα στίγματα και άλλες δερματικές καταστάσεις ...
Small flat pigmented spots that are most often seen on areas of the body that have been exposed to the sun over a period of years. Age spots usually occur after the age of 40.
Μικρές επίπεδες χρωματισμένες κηλίδες που εμφανίζονται κυρίως σε μέρη του σώματος που έχουν εκτεθεί στον ήλιο για περιόδους ετών. Οι κηλίδες ηλικίας εμφανίζονται συνήθως μετά τα ...
A type of social influence that aims to change the perception or behavior of others through underhanded, deceptive, or even abusive tactics
Ένα είδος κοινωνικής επιρροής που στοχεύει να αλλάξει την αντίληψη ή συμπεριφορά άλλων μέσα από ύπουλες, παραπλανητικές ή ακόμη και βίαιες ...
A cosmetic that is used to color the lips, containing pigments, oils, waxes and emollients.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να χρωματίζει τα χείλια, περιέχοντας χρωστικές βαφές, έλαια, κεριά και ενυδατικό επιδερμίδας.
See, Monologue. Soliloquy is passage of narrative spoken by a single actor in which his or her thoughts are revealed to the audience.
Βλέπε, Μονόλογος. Ο μονόλογος είναι αφηγηματικό κείμενο από έναν ηθοποιό, μέσα από το οποίο αποκαλύπτονται στο κοιμό οι σκέψεις του ή της.
A product used to remove the makeup products applied on the skin. It is used for cleaning the skin for other procedures, like applying any type of lotion at evening before the person goes to sleep.
Προϊόν που χρησιμοποιείται για να αφαιρεί τα προϊόντα μέικαπ που εφαρμόζονται στο δέρμα. Χρησιμοποιείται για να καθαρίζει το δέρμα για άλλες διαδικασίες, όπως την εφαρμογή οποιουδήποτε τύπου λοσιόν το βράδυ πριν τον ...
A cosmetic used to define the eyes. It is applied around the contours of the eye, along and above the edges of the eyelids where the eyelashes grow. Often applied just on the outer half of the eye.
Καλλυντικό που χρησιμοποείται για να δώσει σχήμα στα μάτια. Εφαρμόζεται γύρω από το περίγραμμα των ματιών. κατα μήκος και πάνω από τις άκρες των βλρφάρων όπου βρίσκονται οι βλεφαρίδες. Συχνά εφαρμόζεται μόνο στο εξωτερικό μισό του ...
A mass movement that started in Spain in May 2011 to protest against economic injustice as the impact of Spain's deepest economic crisis in decades created record high unemployment and led to a series of government's austerity measures. Relying heavily on ...
Μαζικό κίνημα που ξεκίνησε στην Ισπανία τον Μάϊο του 2011 για τη διαμαρτυρία κατά της οικονομικής αδικίας καθώς το αντίκτυπο της μεγαλύτερης για δεκαετίες οικονομικής κρίσης στην Ισπανία δημιούργησε πρωτοφανές ποσοστό ανεργίας και οδήγησε σε μια σειρά από ...
The sociopsychological phenomenon of the manifestation of the same or similar hysterical symptoms by more than one person
Το κοινωνικο-ψυχολογικό φαινόμενο της εκδήλωσης ίδιων ή όμοιων υστερικών συμπτωμάτων σε περισσότερα από ένα άτομα