Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Can occur with any surgery when wounds are contaminated with micro-organisms such as bacteria or fungi. Most infections resulting from surgery appear within a few days to weeks after the operation. However, infection is possible at any time after surgery. ...
Μπορεί να προκληθεί από οποιαδήποτε επέμβαση όταν οι πληγές είναι μολυσμένες με μικρο-οργανισμούς όπως βακτηρίδια ή μύκητες. Οι περισσότερες μολύνσεις που προκαλούνται από επεμβάσεις εμφανίζονται μέσα σε λίγες μέρες μέχρι εβδομάδες μετά την επέμβαση. ...
An emotion related to natural inquisitive behavior such as exploration, investigation, and learning, evident by observation in human and many animal species
Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την φυσική φιλοπερίεργη συμπεριφορά όπως η εξερεύνηση, η έρευνα και η μάθηση, εμφανή από την παρατηριτικότητα στον άνθρωπο και πολλά είδη ...
Short for "permanent wave". A wave or curl which is set into the hair by the application of heat and/or a chemical treatment and which remains for a long period of time.
Συνταμία για 'περμανάντ σπάσιμο'. Σπάσιμο ή μπούκλα που προκαλέιται στα μαλλιά με τη ζέστη και/ή με χημική θεραπεία και η οποία παραμένει για μεγάλο χρονικό ...
A type of eye make-up used in East Asia designed to change the "monolid" (eyelid without a crease). Eyelid glue is a water-soluble adhesive that can be easily removed.
Είδος μέικαπ για τα μάτια που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία σχεδιασμένη για να αλλάζει το 'μονό' βλέφαρο (βλέφαρο χωρίς πτυχή). Η κόλλα βλεφάρου είναι διαλυτή στο νερό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί. ...
A cosmetic used to define the eyes. It is applied around the contours of the eye, along and above the edges of the eyelids where the eyelashes grow. Often applied just on the outer half of the eye.
Καλλυντικό που χρησιμοποείται για να δώσει σχήμα στα μάτια. Εφαρμόζεται γύρω από το περίγραμμα των ματιών. κατα μήκος και πάνω από τις άκρες των βλρφάρων όπου βρίσκονται οι βλεφαρίδες. Συχνά εφαρμόζεται μόνο στο εξωτερικό μισό του ...
An emotion characterized by feelings of disadvantage, loss, helplessness, sorrow, and rage. When sad, people often become outspoken, less energetic, and emotional.
Ένα συναίσθημα που χαρακτηρίζεται απο αισθήματα μειονεξίας, απώλειας, ανικανότητας, λύπης και θυμού Όταν οι άνθρωποι είναι θλιμένοι συχνά γίνονται ωμοί, λιγότερο δραστήριοι και συναισθηματικοί. ...
A person who avoids or does not actively seek human interaction or prefers to be alone
Ένα άτομο που αποφεύγει ή δεν επιζητάει ενεργά την ανθρώπινη επικοινωνία ή προτιμάει να είναι μόνος
property of skin care products, according to claims by manufacturers
ιδιότητα προϊόντων περιποίησης προσώπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατασκευαστών
The art of using language to communicate effectively and persuasively
Η τέχνη του να χρησιμοποιείς τη γλώσσα για να επικοινωνείς αποτελεσματικά και πειστικά
A cosmetic commonly used to enhance the eyes. It may darken, thicken, lengthen, and/or define the eyelashes.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως για να ενισχύσει τα μάτια. Μπορεί να κάνει πιο σκούρες, πιο παχές, πιο μακριές τις βλεφαρίδες, και/ή να τους δώσει ...