portrait

Niki Makarona

London, UK

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

1,921

Words Translated

79

Terms Translated

Niki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)curiosity

An emotion related to natural inquisitive behavior such as exploration, investigation, and learning, evident by observation in human and many animal species

Greek (EL)περιέργεια

Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την φυσική φιλοπερίεργη συμπεριφορά όπως η εξερεύνηση, η έρευνα και η μάθηση, εμφανή από την παρατηριτικότητα στον άνθρωπο και πολλά είδη ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)prime

A cream or lotion applied before another cosmetic to improve coverage and lengthen the amount of time the cosmetic lasts on the face.

Greek (EL)prime

Κρέμα ή λοσιόν που εφαρμόζεται πριν από οποιοδήποτε καλλυντικό για τη βελτίωση της κάλυψης και την παράταση του χρόνου τησ διάρκειας του καλλυντικού στο ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)carpe diem

The Latin phrase meaning "seize the day." This is a very common literary theme, especially in lyric poetry, which emphasizes that life is short, time is fleeting, and that one should make the most of present pleasures. Robert Herrick’s poem "To the Virgins, ...

Greek (EL)carpe diem

Λατινική φράση που σημαίνει \"άραξε τη μέρα\". Είναι πολύ συνηθισμένο λογοτεχνικό θέμα, κυρίως στη λυρική ποίηση, που τονίζει το ότι η ζωή είναι μικρή, ο χρόνος κυλάει γρήγορα και ότι θα έπρεπε να ζούμε τις απολαύσεις του παρόντος. Το ποίημα του Ρόμπερτ Χέρικ ...

Literature; General literature

English (EN)pomade

A scented ointment, especially one used by men for dressing their hair.

Greek (EL)πομάδα

Μια αρωματισμένη αλοιφή, κυρίως χρησιμοποιούμενη από άντρες για τα μαλλιά τους.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)kohl

A cosmetic used by women in Egypt and Arabia to darken the edges of their eyelids.

Greek (EL)kohl

Καλλυντικό που χρησιμοποιείται από γυναίκες στην Αίγυπτο και την Αραβία για να σκουρύνουν τις άκρες των βλεφάρων τους.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)manipulation

A type of social influence that aims to change the perception or behavior of others through underhanded, deceptive, or even abusive tactics

Greek (EL)χειραγώγηση

Ένα είδος κοινωνικής επιρροής που στοχεύει να αλλάξει την αντίληψη ή συμπεριφορά άλλων μέσα από ύπουλες, παραπλανητικές ή ακόμη και βίαιες ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)eyebrow pencil

A cosmetic in pencil form that is used to darken the eyebrow hairs.

Greek (EL)μολύβι φρυδιών

Καλλυντικό σε μορφή μολυβιού που χρησιμοποιείται για να σκουραίνει τα φρύδια.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)powder puff

A piece of soft material used for the application of powder.

Greek (EL)σφουγγαράκι

Κομμάτι από μαλακό υλικό που χρησιμοποιείται για να απλωθεί η σκόνη.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)lip liner

Also called lip pencil, a cosmetic tool to shape the lips. It used to fill uneven areas on the outer edges of the lips after applying lipstick, and also used to outline the lips, keeping lipstick inside the lip area.

Greek (EL)lip liner

Επίσης ονομάζεται και μολύβι χειλιών, ένα καλλυντικό εργαλείο για σχηματισμό των χειλιών. Συνήθως γέμιζε ανομοιόμορφες περιοχές στις εξωτερικές άκρες των χειλιών μετ΄την εφαρμογή του κραγιόν, και για περίγραμμα των χειλιών, διατηρώντας το κραγιόν στην ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)choice

The mental process of judging the merits of multiple options and selecting one of them

Greek (EL)επιλογή

Η πνευματική διαδικασία της κρίσης των πλεονεκτημάτων πολλαπλών επιλογών και της επιλογής ένος εκ των οποίων

Psychology; Psychiatry