portrait

Niki Makarona

London, UK

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

1,921

Words Translated

0

Terms Translated

Niki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)lip gloss

A product used primarily to give lips a glossy lustre and sometimes subtle color. It is distributed as a liquid or a soft solid.

Greek (EL)λίπγκλος

Ένα προϊόν που χρησιμοποιείται αρχικά για να δώσει στα χείλια μια γυαλιστερή λάμψη και μερικές φορές απαλό χρώμα. Διανέμεται σε υγρό ή σε μαλακό ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)anti-aging

property of skin care products, according to claims by manufacturers

Greek (EL)αντιγηραντικό

ιδιότητα προϊόντων περιποίησης προσώπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατασκευαστών

Cosmetics & skin care;

English (EN)inferiority complex

A feeling that one is inferior to others in some way

Greek (EL)σύμπλεγμα κατωτερότητας

ένα αίσθημα ότι κάποιος είναι κατώτερος από τους άλλους με κάποιο τρόπο

Psychology; Psychiatry

English (EN)insult

Expression, statement (or sometimes behavior) which is considered degrading and offensive

Greek (EL)προβολή

Έκφραση, δήλωση (ή μερικές φορές συμπεριφορά) που θεωρείται υποβισβαστική και προσβλητική

Psychology; Psychiatry

English (EN)infection

Can occur with any surgery when wounds are contaminated with micro-organisms such as bacteria or fungi. Most infections resulting from surgery appear within a few days to weeks after the operation. However, infection is possible at any time after surgery. ...

Greek (EL)μόλυνση

Μπορεί να προκληθεί από οποιαδήποτε επέμβαση όταν οι πληγές είναι μολυσμένες με μικρο-οργανισμούς όπως βακτηρίδια ή μύκητες. Οι περισσότερες μολύνσεις που προκαλούνται από επεμβάσεις εμφανίζονται μέσα σε λίγες μέρες μέχρι εβδομάδες μετά την επέμβαση. ...

Beauty; Breast implant

English (EN)foundation

A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, and sometimes, to change the natural skintone.

Greek (EL)κρέμα βάσης

Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, και μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)bob

A style of short haircut for women or children, in which hair is cropped no longer than the nape of the neck.

Greek (EL)καρέ

Ένα είδος κοντού κουρέματος για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπου τα μαλλιά κουρεύοται μέχρι τον σβέρκο.

Cosmetics & skin care; Cosmetics

English (EN)carpe diem

The Latin phrase meaning "seize the day." This is a very common literary theme, especially in lyric poetry, which emphasizes that life is short, time is fleeting, and that one should make the most of present pleasures. Robert Herrick’s poem "To the Virgins, ...

Greek (EL)carpe diem

Λατινική φράση που σημαίνει \"άραξε τη μέρα\". Είναι πολύ συνηθισμένο λογοτεχνικό θέμα, κυρίως στη λυρική ποίηση, που τονίζει το ότι η ζωή είναι μικρή, ο χρόνος κυλάει γρήγορα και ότι θα έπρεπε να ζούμε τις απολαύσεις του παρόντος. Το ποίημα του Ρόμπερτ Χέρικ ...

Literature; General literature

English (EN)imagination

The ability of forming mental images, sensations and concepts, in a moment when they are not perceived through sight, hearing or other senses

Greek (EL)φαντασία

Η ικανότητα του σχηματισμού πνευματικών εικόνων, αισθήσεων και ιδεών, σε μια στιγμή που δεν γίνονται αντιληπτά μέσα από την όραση, την ακοή ή τις άλλες ...

Psychology; Psychiatry

English (EN)kohl

A cosmetic used by women in Egypt and Arabia to darken the edges of their eyelids.

Greek (EL)kohl

Καλλυντικό που χρησιμοποιείται από γυναίκες στην Αίγυπτο και την Αραβία για να σκουρύνουν τις άκρες των βλεφάρων τους.

Cosmetics & skin care; Cosmetics