Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
The person charged with overall interpretation of a dramatic work, who conducts the rehearsals, blocks the action and assists the actors in developing their characters.
Το άτομο υπέυθυνο για την ερμηνεία του δραματικού έργου, ο οποίος διευθύνει τις πρόβες, μπλοκάρει την δράση και βοηθάειτους ηθοποιούς να αναπτύξουν τους χαρακτήρες ...
A dream that can cause a strong negative emotional response from the sleeper, typically fear and/or horror
Ένα όνειρο που μπορεί να προκαλέσει έντονη αρνητική συναισθηματική αντίδραση του ατόμου που κοιμάται, συνήθως φόβο και/ή τρόμο
A mass movement that started in Spain in May 2011 to protest against economic injustice as the impact of Spain's deepest economic crisis in decades created record high unemployment and led to a series of government's austerity measures. Relying heavily on ...
Μαζικό κίνημα που ξεκίνησε στην Ισπανία τον Μάϊο του 2011 για τη διαμαρτυρία κατά της οικονομικής αδικίας καθώς το αντίκτυπο της μεγαλύτερης για δεκαετίες οικονομικής κρίσης στην Ισπανία δημιούργησε πρωτοφανές ποσοστό ανεργίας και οδήγησε σε μια σειρά από ...
An emotion applied to a very strong feeling about a person or thing
Ένα συναίσθημα που ανταποκρίνεται σε ένα πολύ έντονο αίσθημα για κάποιον ή κάτι
Expression, statement (or sometimes behavior) which is considered degrading and offensive
Έκφραση, δήλωση (ή μερικές φορές συμπεριφορά) που θεωρείται υποβισβαστική και προσβλητική
A type of eye make-up used in East Asia designed to change the "monolid" (eyelid without a crease). Eyelid glue is a water-soluble adhesive that can be easily removed.
Είδος μέικαπ για τα μάτια που χρησιμοποιείται στην Ανατολική Ασία σχεδιασμένη για να αλλάζει το 'μονό' βλέφαρο (βλέφαρο χωρίς πτυχή). Η κόλλα βλεφάρου είναι διαλυτή στο νερό που μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί. ...
A skin coloured cosmetic applied to the face to create an even, uniform colour to the complexion, to cover flaws, and, sometimes, to change the natural skintone.
Καλλυντικό χρωματισμού δέρματος που εφαρμόζεται στο πρόσωπο για να δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, ενιαίο χρώμα στην επιδερμίδα, για να καλύψει ατέλειες και, μερικές φορές, για να αλλάξει τον φυσικό τόνο του ...
The inherent inclination of a living organism toward a particular behavior
Η έμφυτη τάση ένος ζωντανού οργανισμού προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά
An organism's ability to store, retain, and recall information and experiences
Η ικανότητα ενός οργανισμού να αποθηκεύει, να συγκρατεί και να ανακαλεί πλξροφορίες και εμπειρίες
A cosmetic that is used to color the lips, containing pigments, oils, waxes and emollients.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να χρωματίζει τα χείλια, περιέχοντας χρωστικές βαφές, έλαια, κεριά και ενυδατικό επιδερμίδας.