Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
The practice of using chemical substances in an attempt to lighten skin tone or provide an even skin complexion by lessening the concentration of melanin.
Η χρήση χημικών ουσιών στην προσπάθεια για άνοιγμα του τόνου του δέρματος ή για ομοιόμορφη επιδερμίδα μειώνοντας τη συγκέντρωση της μελανίνης. ...
A person who avoids or does not actively seek human interaction or prefers to be alone
Ένα άτομο που αποφεύγει ή δεν επιζητάει ενεργά την ανθρώπινη επικοινωνία ή προτιμάει να είναι μόνος
A scented ointment, especially one used by men for dressing their hair.
Μια αρωματισμένη αλοιφή, κυρίως χρησιμοποιούμενη από άντρες για τα μαλλιά τους.
An emotion related to one's perception of having been offended or wronged and a tendency to undo that wrongdoing by retaliation
Ένα συναίσθημα που σχετίζεται με την αντίληψη κάποιου οτι έχει προσβληθεί ή αδικηθεί και με την τάση να διορθώσει την αδικία με αντίποινα.
A dream that can cause a strong negative emotional response from the sleeper, typically fear and/or horror
Ένα όνειρο που μπορεί να προκαλέσει έντονη αρνητική συναισθηματική αντίδραση του ατόμου που κοιμάται, συνήθως φόβο και/ή τρόμο
The area in a theatre upon which the play is performed. Traditionally a raised platform, but stages can also be at a level below a surrounding audience, as in theatres in the round.
Ο χώρος σε ένα θέατρο όπου διαδραματίζεται το έργο. Παραδοσιακά μια υπερηψωμένη πλατφόρμα, αν και μπορεί να είναι σε επίπεδο κάτω από το κοινό, όπως στα κυκλικά ...
Expression, statement (or sometimes behavior) which is considered degrading and offensive
Έκφραση, δήλωση (ή μερικές φορές συμπεριφορά) που θεωρείται υποβισβαστική και προσβλητική
A method of semi-permanent hair removal which removes the hair from the root. Almost any area of the body can be waxed, including eyebrows, face, bikini area, legs, arms, back, abdomen and feet
Μια μέθοδος ημι-μόνιμης αφαίρεσης τριχών που αφαιρεί τις τρίχες από τη ρίζα. Σχεδόν οποιαδήποτε περιοχή του σώματος μπορεί να αποτριχωθεί με κερί, περιλαμβανομένων των βλεφάρων, του προσώπου, της περιοχής του μπικίνι, των ποδιών, χεριών, πλάτης, κοιλιάς και ...
A cosmetic that is used to color the lips, containing pigments, oils, waxes and emollients.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται για να χρωματίζει τα χείλια, περιέχοντας χρωστικές βαφές, έλαια, κεριά και ενυδατικό επιδερμίδας.
A state of abnormally elevated or irritable mood, arousal, and/ or energy levels
Μια κατάσταση ασυνήθιστα ανεβασμένης ή ευερέθιστης διάθεσης, διέγερσης και/ή επιπέδων ενέργειας