Terms and text shown below represent Niki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
An irresistible urge to steal items of trivial value
Μια ακατάχητη παρόρμηση για κλέψιμο αντικειμένων ασήμαντης αξίας
The art of using language to communicate effectively and persuasively
Η τέχνη του να χρησιμοποιείς τη γλώσσα για να επικοινωνείς αποτελεσματικά και πειστικά
A 2012 summer art exhibit at the central gallery of the National Art Museum of Ukraine that featured men kissing sleeping women to try to awaken them. Each qualified male suitor could kiss a sleeping woman on the lips only once. If the man was successful, he ...
Ενα καλοκαίρι τέχνης του 2012 παρουσιάζει κατά της κεντρικής συλλογής του το Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Ουκρανίας όπου άνδρς φιλούν Κοιμώμενες γυναίκες να προσπαθήσουμε να ξυπνήσουμε τους. Κάθε ειδική αρσενική suitor θα μπορούσε να φιλά Κοιμωμένη γυναίκα στα ...
An emotion characterized by feelings of disadvantage, loss, helplessness, sorrow, and rage. When sad, people often become outspoken, less energetic, and emotional.
Ένα συναίσθημα που χαρακτηρίζεται απο αισθήματα μειονεξίας, απώλειας, ανικανότητας, λύπης και θυμού Όταν οι άνθρωποι είναι θλιμένοι συχνά γίνονται ωμοί, λιγότερο δραστήριοι και συναισθηματικοί. ...
An emotion, which typically refers to the negative thoughts and feelings of insecurity, fear, and anxiety over an anticipated loss of something that the person values, such as a relationship, friendship, or love
Ένα συναίσθημα, το οπίο συνήθως αναφέρεται στις αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα ανασφάλειας, φόβου και άγχους για την αναμενόμενη απώλεια κάτι σημαντικού για κάποιον, όπως μιας σχέσης, φιλίας ή ...
A silky powder to lightly brush over foundation and help control shine and keep one's look fresh.
Μια μεταξένια πούδρα που απλώνεται απαλά πάνω από την κρέμα βάσης και βοηθάει στον έλεγχο λάμψης και διατηρεί μια φρέσκια όψη.
A cosmetic typically used by women to redden the cheeks so as to provide a more youthful appearance, and to emphasize the cheekbones.
Καλλυντικό που χρησιμοποιείται συνήθως από γυναίκες για να κοκκινίζει τα μάγουλα ώστε να δίνει μια πιο νεανική εμφάνιση, και να τονίζει τα ...
Formerly a medieval tale in mixed prose and verse describing marvelous adventures of a hero of chivalry, it later came to mean a short lyric poem.
Παλαιότερα, ήταν μεσαιωνική ιστορία με ανάμεικτο λόγο και στίχο που περιέγραπτε απίθανες ιπποτικές περιπέτειες του ήρωα. Αργότερα, κατέληξε να σημαίνει ένα μικρό λυρικό ...
A style of short haircut for women or children, in which hair is cropped no longer than the nape of the neck.
Ένα είδος κοντού κουρέματος για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπου τα μαλλιά κουρεύοται μέχρι τον σβέρκο.
A sandwich made up of two slices of bread, preferably a day-old bread, toasted if desired, and on which butter can be readily spread. Its crusts may or may not be removed, depending upon your preference. Butter, mayonnaise or a prepared sandwich spread may be ...
Σάντουιτς που αποτελείται από δυο φέτες ψωμιού, κατά προτίμηση με ψωμί μιας μέρας, φρυγανισμένο αν θέλετε, πάνω στο οποίο μπορεί να απλωθεί εύκολα βούτυρο. Τα ξεροκαμμένα κομμάτια μπορούν να αφαιρεθούν, ανάλογα με τις προτιμήσεις σας. Βούτυρο, μαγιονέζα ή ...