Terms and text shown below represent Athena23’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
current that flows to charge a capacitor or battery when voltage is applied
Ρεύμα το οποίο ρέει για την φόρτιση ενός πυκνωτή ή μπαταρίας όταν εφαρμόζεται τάση
long-term infusion to treat a chronic (long duration) condition
Μακροπρόθεσμη έγχυση για την θεραπεία χρόνιας (μακράς διαρκείας) πάθησης
range of values programmed by the clinician within which the patient can make adjustments
Εύρος τιμών που προγραμματίζεται από τον κλινικό ιατρό κατά το οποίο ο ασθενής δύναται να κάνει προσαρμογές
indicates imminent termination of therapy the critical alarm event is accompanied by an audible, 3-second, dual-tone alarm sound from the pump
Υποδεικνύει την επικείμενη διακοπή της θεραπείας. Συνοδεύεται από ένα ηχητικό συναγερμό τριών δευτερολέπτων, και διπλού τόνου συναγερμό από την ...
feature of infusion pa dosing that allows the physician to control the cumulative dose that can be administered over a period of time
Χαρακτηριστικό της δοσολογίας έγχυσης pa που επιτρέπει στον ιατρό να ελέγχει την συσσωρευμένη δόση που μπορεί να χορηγηθεί σε μία χρονική ...
individual is unresponsive to drug, lack of therapeutic effect
Όταν το άτομο δεν ανταποκρίνεται στο φάρμακο, υπάρχει έλλειψη θεραπευτικού αποτελέσματος
a class of drugs with dopamine-like action; used to treat all symptoms of parkinson’s disease except postural instability also refers to systems within the brain that contain dopamine
Κατηγορία φαρμάκων με ντοπαμινοειδή δράση. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία όλων των συμπτωμάτων της νόσου Πάρκινσον εκτός από την ορθοστατική αστάθεια. Αναφέρεται επίσης σε συστήματα εντός του εγκεφάλου που περιέχουν ...
indication of the strength of the charging signal from the recharger to the neurostimulator
Ένδειξη της δύναμης του σήματος φόρτισης από τον επαναφορτιστή του νευροδιεγέρτη
diaphragm or system of diaphragms made of an absorbing material, designed to define and restrict the dimensions and direction of a beam of radiation
Το διάφραγμα ή ένα σύστημα διαφραγμάτων που προέρχονται από ένα απορροφητικό υλικό, σχεδιασμένο να καθορίζει και να περιορίζει τις διαστάσεις και την κατεύθυνση μίας δέσμης ακτινοβολίας ...
a permanently mounted female electrical fitting that contains the live parts of the circuit
Ένα μόνιμα συνδεδεμένο θηλυκό ηλεκτρικό εξάρτημα που περιέχει τα ζωντανά μέρη του κυκλώματος