portrait

Athena23

Greece

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

671

Words Translated

37

Terms Translated

Athena23’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent Athena23’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)curved-tip needle

a pointed instrument, with an arc shape, used for stitching, ligaturing, or puncturing

Greek (EL)κυρτή βελόνα

Αιχμηρό όργανο με σχήμα τόξου που χρησιμοποιείται για ράμματα, περίδεση ή παρακέντηση

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)cuff electrode

an electrode within a band that encircles an extremity, typically an arm or leg, to hold it in place

Greek (EL)ηλεκτρόδιο μανσέτας

Ένα ηλεκτρόδιο μέσα σε ένα σύνδεσμο που περιβάλλει ένα άκρο, συνήθως χέρι ή πόδι, για να το κρατήσει στην θέση του

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)disabling tremor

tremor that is characterized by involuntary rhythmic shaking of the limbs or other parts of the body, and is the only symptom of essential tremor and one of four major symptoms of parkinson’s disease

Greek (EL)τρόμος απενεργοποίησης

Τρόμος που χαρακτηρίζεται από ακούσιο ρυθμικό τρέμουλο των άκρων ή άλλων μερών του σώματος. Είναι το μόνο σύμπτωμα ιδιοπαθή τρόμου και ένα από τα τέσσερα κύρια συμπτώματα της ασθένειας ...

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)charging belt

belt designed to hold the charging antenna in contact with the patient's skin during a charging session

Greek (EL)ζώνη φόρτισης

Ζώνη σχεδιασμένη για να κρατάει την κεραία φόρτισης σε επαφή με το δέρμα του ασθενούς κατά την συνεδρία φόρτισης

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)charge density

the electric charge per unit area or per unit volume of a body or of a region of space

Greek (EL)πυκνότητα φόρτισης

Το ηλεκτρικό φορτίο ανά μονάδα επιφάνειας ή ανά μονάδα όγκου ενός σώματος ή μίας περιοχής του χώρου

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)failure telemetry

the state of not being able to perform telemetry - telemetry failed

Greek (EL)άστοχη τηλεμετρία

Η κατάσταση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η τηλεμετρία- αποτυχία τηλεμετρίας

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)elective replacement indicator

signal that indicates the battery of the implanted device is approaching depletion and the device should be replaced

Greek (EL)εκλεκτικός δείκτης αντικατάστασης

Σήμα που δείχνει ότι η μπαταρία της εμφυτευμένης συσκευής εξαντλείται και πρέπει να αντικατασταθεί

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)critical alarm event

indicates imminent termination of therapy the critical alarm event is accompanied by an audible, 3-second, dual-tone alarm sound from the pump

Greek (EL)συναγερμός κρίσιμου συμβάντος

Υποδεικνύει την επικείμενη διακοπή της θεραπείας. Συνοδεύεται από ένα ηχητικό συναγερμό τριών δευτερολέπτων, και διπλού τόνου συναγερμό από την ...

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)depleted

refers to battery status or charge level - state of reduced energy of a battery that requires battery replacement

Greek (EL)εξαντλημένος

Αναφέρεται στην κατάσταση της μπαταρίας ή στο επίπεδο φόρτισης της μειωμένης ενέργειας μπαταρίας που χρειάζεται αντικατάσταση

Medical; Implants and interventional materials

English (EN)connector block receptacle

a permanently mounted female electrical fitting that contains the live parts of the circuit

Greek (EL)Βύσμα μπλόκ υποδοχέα

Ένα μόνιμα συνδεδεμένο θηλυκό ηλεκτρικό εξάρτημα που περιέχει τα ζωντανά μέρη του κυκλώματος

Medical; Implants and interventional materials