Terms and text shown below represent Athena23’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
experimental and controversial surgical procedure involving the implantation of fetal brain cells into the brain of a parkinson’s patient; goal is to enhance or restore dopamine production by spurring growth of new dopamine cells
Πειραματική και αμφιλεγόμενη διαδικασία που περιλαμβάνει την εμφύτευση εγκεφαλικών εμβρυικών κυττάρων στον εγκέφαλου ενός ασθενή με νόσο Πάρκινσον. Στόχος είναι η ενίσχυση και αποκατάσταση την παραγωγής ντοπαμίνης με την προώθηση της ανάπτυξης νέων κυττάρων ...
amount of energy in a device that is available for therapy (there is a certain amount of energy present in the device that is not available for therapy)
Η ποσότητα ενέργειας σε μία συσκευή που διατίθεται για την θεραπεία (υπάρχει μία ορισμένη ποσότητα προϋπάρχουσας ενέργειας στην συσκευή η οποία δεν είναι διαθέσιμη για την ...
point at which stimulation first produces a sensation of discomfort the lower limit of the perception of discomfort
Σημείο κατά το οποίο η διέγερση παράγει ένα αίσθημα δυσφορίας, το κατώτερο όρο αντίληψης της δυσφορίας
the state of not being able to perform telemetry - telemetry failed
Η κατάσταση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η τηλεμετρία- αποτυχία τηλεμετρίας
diaphragm or system of diaphragms made of an absorbing material, designed to define and restrict the dimensions and direction of a beam of radiation
Το διάφραγμα ή ένα σύστημα διαφραγμάτων που προέρχονται από ένα απορροφητικό υλικό, σχεδιασμένο να καθορίζει και να περιορίζει τις διαστάσεις και την κατεύθυνση μίας δέσμης ακτινοβολίας ...
the application of an electromotive potential in order to evoke an electrochemical (nervous) response
Η εφαρμογή ενός ηλεκτροκινητικού δυναμικού έτσι ώστε να ανακαλεστεί μία ηλεκτροχημική (νευρική) απόκριση
cut apart or separate; cut tissues of the body
Αποκοπή ή διαχωρισμός. Περικοπή ιστών από το σώμα
magnetic or electrostatic coupling that causes the unwanted transfer of energy from one circuit to another circuit (eg, voice communication heard in a given circuit, but originating in an adjacent circuit)
Μαγνητική ή ηλεκτροστατική σύζευξη που προκαλεί την ανεπιθύμητη μεταφορά ενέργειας από το ένα κύκλωμα στο άλλο (π.χ. φωνητική επικοινωνία που ακούγεται από ένα δεδομένο κύκλωμα, αλλά προέρχεται από ένα προσκείμενο ...
a class of drugs with dopamine-like action; used to treat all symptoms of parkinson’s disease except postural instability also refers to systems within the brain that contain dopamine
Κατηγορία φαρμάκων με ντοπαμινοειδή δράση. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία όλων των συμπτωμάτων της νόσου Πάρκινσον εκτός από την ορθοστατική αστάθεια. Αναφέρεται επίσης σε συστήματα εντός του εγκεφάλου που περιέχουν ...
long-term infusion to treat a chronic (long duration) condition
Μακροπρόθεσμη έγχυση για την θεραπεία χρόνιας (μακράς διαρκείας) πάθησης