Terms and text shown below represent Athena23’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
indication of the strength of the charging signal from the recharger to the neurostimulator
Ένδειξη της δύναμης του σήματος φόρτισης από τον επαναφορτιστή του νευροδιεγέρτη
range of values programmed by the clinician within which the patient can make adjustments
Εύρος τιμών που προγραμματίζεται από τον κλινικό ιατρό κατά το οποίο ο ασθενής δύναται να κάνει προσαρμογές
consists of the devices used to charge a rechargeable neurostimulator
Αποτελείται από συσκευές που χρησιμοποιούνται για την φόρτιση επαναφορτιζόμενο νευροδιεγέρτη
additional length of extension that is wrapped around the perimeter of a neurostimulator
Επιπλέον μήκος επέκτασης που τυλίγεται γύρω από την περίμετρο του νευροδιεγέρτη
long-term infusion to treat a chronic (long duration) condition
Μακροπρόθεσμη έγχυση για την θεραπεία χρόνιας (μακράς διαρκείας) πάθησης
residual pain that persists despite multiple spine surgeries or other interventions to reduce back and leg pain or repair neurological deficits
Υπολειπόμενος πόνος που επιμένει, παρά τις πολλαπλές επεμβάσεις στη σπονδυλική στήλη ή άλλες παρεμβάσεις για την μείωση του πόνου στην πλάτη και στα πόδια ή την επισκευή των νευρολογικών ανεπαρκειών ...
the application of an electromotive potential in order to evoke an electrochemical (nervous) response
Η εφαρμογή ενός ηλεκτροκινητικού δυναμικού έτσι ώστε να ανακαλεστεί μία ηλεκτροχημική (νευρική) απόκριση
diaphragm or system of diaphragms made of an absorbing material, designed to define and restrict the dimensions and direction of a beam of radiation
Το διάφραγμα ή ένα σύστημα διαφραγμάτων που προέρχονται από ένα απορροφητικό υλικό, σχεδιασμένο να καθορίζει και να περιορίζει τις διαστάσεις και την κατεύθυνση μίας δέσμης ακτινοβολίας ...
material that contains the electrodes, shaped like a paddle
Υλικό που περιέχει τα ηλεκτρόδια, στο σχήμα ενός αναδευτήρα
the state of not being able to perform telemetry - telemetry failed
Η κατάσταση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η τηλεμετρία- αποτυχία τηλεμετρίας