portrait

ChrysanthiPantelidaki

France

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

607

Words Translated

0

Terms Translated

ChrysanthiPantelidaki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Mercantilism

An economic system built on the assumption that the world's supply of wealth is fixed and that nations must export more goods than they import to assure a steady supply of gold and silver into national coffers. Mercantile thinkers saw the inflow of such ...

Greek (EL)Μερκαντιλισμός (Εμποροκρατία)

Οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην υπόθεση ότι ο παγκόσμιος διαθέσιμος πλούτος είναι σταθερός και ότι τα έθνη πρέπει να εξάγουν περισσότερα αγαθά απ' όσα εισάγουν έτσι ώστε να εξασφαλίζουν σταθερή προμήθεια από χρυσό και άργυρο στα εθνικά θησαυροφυλάκια. Οι ...

History; American history

English (EN)chauvinism

Fanatical patriotism, blind devotion to and belief in the superiority of one's group.

Greek (EL)σωβινισμός

Φανατικός πατριωτισμός, τυφλή αφοσίωση και πίστη στην ανωτερότητα της ομάδας στην οποία κάποιος ανήκει.

Government; American government

English (EN)insolvency

Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.

Greek (EL)αφερεγγυότητα

Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

Economy; Economics

English (EN)interest group

Organized body of individuals who share some goals and try to influence public policy to meet those goals.

Greek (EL)Ομάδα πίεσης

Οργανωμένο σύνολο προσώπων που μοιράζεται κάποιους στόχους και προσπαθεί να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική για την επίτευξη των στόχων ...

Government; American government

English (EN)personal domain

Areas of an individual's life that are not subject to governmental control.

Greek (EL)ιδιωτική σφαίρα (σφαίρα του ιδιωτικού βίου)

Τομείς της ζωής ενός ατόμου που δεν υπόκεινται σε κυβερνητικό έλεγχο.

Government; American government

English (EN)Reagan Doctrine

President Ronald Reagan's 1985 pledge of American aid to insurgent movements attempting to overthrow Soviet back regimes in the Third World.

Greek (EL)Δόγμα Ρέιγκαν

Δέσμευση που εξήγγειλε το 1985 ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν με την οποία υποσχόταν αμερικανική βοήθεια σε επαναστατικά κινήματα που επιχειρούσαν να ανατρέψουν φιλοσοβιετικά καθεστώτα στον Τρίτο ...

History; American history

English (EN)per capita income

Per capita income means how much each individual receives, in monetary terms, of the yearly income generated in the country.

Greek (EL)κατά κεφαλήν εισόδημα

Το κατά κεφαλήν εισόδημα ισοδυναμεί με την ποσότητα που λαμβάνει κάθε άτομο σε νομισματικούς όρους από το ετήσιο εισόδημα που παράγεται στη ...

Economy;

English (EN)structural unemployment

unemployment caused by changes in the structure of occupational, opportunities, such as when a steel factory closes and the number of steelworker jobs declines.

Greek (EL)διαρθρωτική (δομική) ανεργία

ανεργία που προκαλείται από τις αλλαγές στη δομή των επαγγελματικών ευκαιριών, όπως για παράδειγμα, όταν ένα χαλυβουργείο κλείνει και ο αριθμός θέσεων εργασίας των εργατών χαλυβουργίας μειώνεται. ...

Economy;

English (EN)inelastic demand

Situation where the demand for a product does not increase or decrease correspondingly with a fall or rise in its price. From the supplier's viewpoint, this is a highly desirable situation because price and total revenue are directly related; an increase in ...

Greek (EL)ανελαστική ζήτηση

Κατάσταση κατά την οποία η ζήτηση για ένα προϊόν δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται αντίστοιχα με τη μείωση ή την αύξηση της τιμής του. Από τη σκοπιά του προμηθευτή αυτή είναι μια ιδιαίτερα επιθυμητή κατάσταση επειδή η τιμή και τα συνολικά έσοδα συσχετίζονται ...

Economy;

English (EN)social contract

Agreement among all the people in a society to give up part of their freedom to a government in return for protection of their natural rights. A theory developed by Locke to explain the origin of legitimate government.

Greek (EL)κοινωνικό συμβόλαιο

Συμφωνία μεταξύ όλων των μελών μιας κοινωνίας να εγκαταλείψουν μέρος της ελευθερίας τους προς όφελος μιας κυβέρνησης με αντάλλαγμα την προστασία των φυσικών δικαιωμάτων τους. Μια θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λοκ για να εξηγήσει την προέλευση της νόμιμης ...

Government; American government