portrait

ChrysanthiPantelidaki

France

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

607

Words Translated

0

Terms Translated

ChrysanthiPantelidaki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)international law

Customs, treaties, agreements, and rules that govern relations among nations.

Greek (EL)Διεθνές Δίκαιο

Διεθνή έθιμα, συνθήκες, συμφωνίες και κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των εθνών.

Government; American government

English (EN)chauvinism

Fanatical patriotism, blind devotion to and belief in the superiority of one's group.

Greek (EL)σωβινισμός

Φανατικός πατριωτισμός, τυφλή αφοσίωση και πίστη στην ανωτερότητα της ομάδας στην οποία κάποιος ανήκει.

Government; American government

English (EN)interest group

Organized body of individuals who share some goals and try to influence public policy to meet those goals.

Greek (EL)Ομάδα πίεσης

Οργανωμένο σύνολο προσώπων που μοιράζεται κάποιους στόχους και προσπαθεί να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική για την επίτευξη των στόχων ...

Government; American government

English (EN)net export

The value of a country's total exports minus the value of its total imports.

Greek (EL)καθαρές εξαγωγές

Η αξία των συνολικών εξαγωγών μιας χώρας μείον την αξία των συνολικών εισαγωγών της.

Economy;

English (EN)Treaty of Versailles

The treaty that ended World War I.

Greek (EL)Συνθήκη των Βερσαλλιών

Η συνθήκη που τερμάτισε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

History; American history

English (EN)Marshall Plan

A massive foreign aid program to Western Europe of $17 billion over four years, beginning in 1948. Named after Secretary of State George Marshall, the program restored economic prosperity to the region and stabilized its system of democracy and capitalism.

Greek (EL)Σχέδιο Μάρσαλ

Μαζικό πρόγραμμα ξένης βοήθειας προς τη Δυτική Ευρώπη ύψους 17 δισ. δολαρίων αποδεσμευμένων σε διάστημα τεσσάρων ετών, που εγκαινιάστηκε το 1948. Το πρόγραμμα, που πήρε το όνομά του από τον υπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ, αποκατέστησε την οικονομική ...

History; American history

English (EN)representative democracy

Form of government in which power is held by the people and exercised indirectly through elected representatives who make decisions.

Greek (EL)αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Μορφή διακυβέρνησης στην οποία η εξουσία ανήκει στο λαό και ασκείται έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Government; American government

English (EN)Greenback Party

A political party founded in 1874 to promote the issuance of legal tender paper currency not backed by precious metals in order to inflate the money supply and relieve the suffering of people hurt by the era's deflation, most of its members merged with the ...

Greek (EL)" Κόμμα του Χαρτονομίσματος "

Πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1874 για να προωθήσει την έκδοση νόμιμου χαρτονομίσματος που να μην υποστηρίζεται από πολύτιμα μέταλλα με στόχο να αυξήσει την προσφορά χρήματος και να προσφέρει διέξοδο στην απόγνωση του πληθυσμού που πληττόταν από τον ...

History; American history

English (EN)monopoly

In economics, a monopoly exists when a specific individual or an enterprise is the only supplier of a particular kind of product or service.

Greek (EL)μονοπώλιο

Στα οικονομικά, ένα μονοπώλιο υπάρχει όταν ένα συγκεκριμένο άτομο ή μια επιχείρηση είναι ο μοναδικός προμηθευτής ενός συγκεκριμένου είδους προϊόντος ή υπηρεσίας. ...

Economy;

English (EN)per capita income

Per capita income means how much each individual receives, in monetary terms, of the yearly income generated in the country.

Greek (EL)κατά κεφαλήν εισόδημα

Το κατά κεφαλήν εισόδημα ισοδυναμεί με την ποσότητα που λαμβάνει κάθε άτομο σε νομισματικούς όρους από το ετήσιο εισόδημα που παράγεται στη ...

Economy;