Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)


Words Translated


Terms Translated

ChrysanthiPantelidaki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Marshall Plan

A massive foreign aid program to Western Europe of $17 billion over four years, beginning in 1948. Named after Secretary of State George Marshall, the program restored economic prosperity to the region and stabilized its system of democracy and capitalism.

Greek (EL)Σχέδιο Μάρσαλ

Μαζικό πρόγραμμα ξένης βοήθειας προς τη Δυτική Ευρώπη ύψους 17 δισ. δολαρίων αποδεσμευμένων σε διάστημα τεσσάρων ετών, που εγκαινιάστηκε το 1948. Το πρόγραμμα, που πήρε το όνομά του από τον υπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ, αποκατέστησε την οικονομική ...

History; American history

English (EN)natural rights

Belief that individuals are naturally endowed with basic human rights; those rights that are so much a part of human nature that they cannot be taken away or given up, as opposed to rights conferred by law. The Declaration of Independence states that these ...

Greek (EL)φυσικά δικαιώματα

Η πίστη ότι τα άτομα είναι από τη φύση προικισμένα με βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά αποτελούν σε τέτοιο βαθμό μέρος της ανθρώπινης φύσης έτσι ώστε να μη μπορούν να αφαιρεθούν ή να ανακληθούν, σε αντίθεση με τα δικαιώματα που απορρέουν από το ...

Government; American government

English (EN)insolvency

Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.

Greek (EL)αφερεγγυότητα

Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

Economy; Economics

English (EN)Hinduism

The Western word for the religious beliefs and practices of the majority of the people of India.

Greek (EL)Ινδουισμός

Η δυτική λέξη για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές της πλειοψηφίας του λαού της Ινδίας.

Philosophy; Eastern philosophy

English (EN)representative democracy

Form of government in which power is held by the people and exercised indirectly through elected representatives who make decisions.

Greek (EL)αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Μορφή διακυβέρνησης στην οποία η εξουσία ανήκει στο λαό και ασκείται έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Government; American government

English (EN)freedom of the press

Freedom to print or publish without government interference.

Greek (EL)Ελευθερία του τύπου

Ελευθερία εκτύπωσης ή δημοσίευσης χωρίς κυβερνητική παρέμβαση.

Government; American government

English (EN)democracy

Form of government in which political control is exercised by all the people, either directly or through their elected representatives.

Greek (EL)δημοκρατία

Μορφή διακυβέρνησης στην οποία ο πολιτικός έλεγχος ασκείται από το σύνολο του λαού, είτε άμεσα είτε μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.

Government; American government

English (EN)Monroe Doctrine

In this 1823 statement of American foreign policy, President James Monroe declared that the United States would not allow European powers to create new colonies in the Western Hemisphere or to expand the boundaries of existing colonies.

Greek (EL)Δόγμα Μονρόε

Με αυτή τη δήλωση εξωτερικής πολιτικής ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε διακήρυξε το 1823 ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν στις ευρωπαϊκές δυνάμεις να δημιουργήσουν νέες αποικίες στο δυτικό ημισφαίριο ή να επεκτείνουν τα σύνορα των υφιστάμενων ...

History; American history

English (EN)Greenback Party

A political party founded in 1874 to promote the issuance of legal tender paper currency not backed by precious metals in order to inflate the money supply and relieve the suffering of people hurt by the era's deflation, most of its members merged with the ...

Greek (EL)" Κόμμα του Χαρτονομίσματος "

Πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1874 για να προωθήσει την έκδοση νόμιμου χαρτονομίσματος που να μην υποστηρίζεται από πολύτιμα μέταλλα με στόχο να αυξήσει την προσφορά χρήματος και να προσφέρει διέξοδο στην απόγνωση του πληθυσμού που πληττόταν από τον ...

History; American history

English (EN)Treaty of Versailles

The treaty that ended World War I.

Greek (EL)Συνθήκη των Βερσαλλιών

Η συνθήκη που τερμάτισε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

History; American history