Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.
Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.
President Ronald Reagan's 1985 pledge of American aid to insurgent movements attempting to overthrow Soviet back regimes in the Third World.
Δέσμευση που εξήγγειλε το 1985 ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν με την οποία υποσχόταν αμερικανική βοήθεια σε επαναστατικά κινήματα που επιχειρούσαν να ανατρέψουν φιλοσοβιετικά καθεστώτα στον Τρίτο ...
A massive foreign aid program to Western Europe of $17 billion over four years, beginning in 1948. Named after Secretary of State George Marshall, the program restored economic prosperity to the region and stabilized its system of democracy and capitalism.
Μαζικό πρόγραμμα ξένης βοήθειας προς τη Δυτική Ευρώπη ύψους 17 δισ. δολαρίων αποδεσμευμένων σε διάστημα τεσσάρων ετών, που εγκαινιάστηκε το 1948. Το πρόγραμμα, που πήρε το όνομά του από τον υπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ, αποκατέστησε την οικονομική ...
The Western word for the religious beliefs and practices of the majority of the people of India.
Η δυτική λέξη για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές της πλειοψηφίας του λαού της Ινδίας.
Per capita income means how much each individual receives, in monetary terms, of the yearly income generated in the country.
Το κατά κεφαλήν εισόδημα ισοδυναμεί με την ποσότητα που λαμβάνει κάθε άτομο σε νομισματικούς όρους από το ετήσιο εισόδημα που παράγεται στη ...
Form of government in which power is held by the people and exercised indirectly through elected representatives who make decisions.
Μορφή διακυβέρνησης στην οποία η εξουσία ανήκει στο λαό και ασκείται έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.
Freedom to print or publish without government interference.
Ελευθερία εκτύπωσης ή δημοσίευσης χωρίς κυβερνητική παρέμβαση.
In economics, a monopoly exists when a specific individual or an enterprise is the only supplier of a particular kind of product or service.
Στα οικονομικά, ένα μονοπώλιο υπάρχει όταν ένα συγκεκριμένο άτομο ή μια επιχείρηση είναι ο μοναδικός προμηθευτής ενός συγκεκριμένου είδους προϊόντος ή υπηρεσίας. ...
Organized body of individuals who share some goals and try to influence public policy to meet those goals.
Οργανωμένο σύνολο προσώπων που μοιράζεται κάποιους στόχους και προσπαθεί να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική για την επίτευξη των στόχων ...
The value of a country's total exports minus the value of its total imports.
Η αξία των συνολικών εξαγωγών μιας χώρας μείον την αξία των συνολικών εισαγωγών της.