portrait

ChrysanthiPantelidaki

France

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

607

Words Translated

23

Terms Translated

ChrysanthiPantelidaki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Reagan Doctrine

President Ronald Reagan's 1985 pledge of American aid to insurgent movements attempting to overthrow Soviet back regimes in the Third World.

Greek (EL)Δόγμα Ρέιγκαν

Δέσμευση που εξήγγειλε το 1985 ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν με την οποία υποσχόταν αμερικανική βοήθεια σε επαναστατικά κινήματα που επιχειρούσαν να ανατρέψουν φιλοσοβιετικά καθεστώτα στον Τρίτο ...

History; American history

English (EN)per capita income

Per capita income means how much each individual receives, in monetary terms, of the yearly income generated in the country.

Greek (EL)κατά κεφαλήν εισόδημα

Το κατά κεφαλήν εισόδημα ισοδυναμεί με την ποσότητα που λαμβάνει κάθε άτομο σε νομισματικούς όρους από το ετήσιο εισόδημα που παράγεται στη ...

Economy;

English (EN)structural unemployment

unemployment caused by changes in the structure of occupational, opportunities, such as when a steel factory closes and the number of steelworker jobs declines.

Greek (EL)διαρθρωτική (δομική) ανεργία

ανεργία που προκαλείται από τις αλλαγές στη δομή των επαγγελματικών ευκαιριών, όπως για παράδειγμα, όταν ένα χαλυβουργείο κλείνει και ο αριθμός θέσεων εργασίας των εργατών χαλυβουργίας μειώνεται. ...

Economy;

English (EN)democracy

Form of government in which political control is exercised by all the people, either directly or through their elected representatives.

Greek (EL)δημοκρατία

Μορφή διακυβέρνησης στην οποία ο πολιτικός έλεγχος ασκείται από το σύνολο του λαού, είτε άμεσα είτε μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.

Government; American government

English (EN)interest group

Organized body of individuals who share some goals and try to influence public policy to meet those goals.

Greek (EL)Ομάδα πίεσης

Οργανωμένο σύνολο προσώπων που μοιράζεται κάποιους στόχους και προσπαθεί να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική για την επίτευξη των στόχων ...

Government; American government

English (EN)social contract

Agreement among all the people in a society to give up part of their freedom to a government in return for protection of their natural rights. A theory developed by Locke to explain the origin of legitimate government.

Greek (EL)κοινωνικό συμβόλαιο

Συμφωνία μεταξύ όλων των μελών μιας κοινωνίας να εγκαταλείψουν μέρος της ελευθερίας τους προς όφελος μιας κυβέρνησης με αντάλλαγμα την προστασία των φυσικών δικαιωμάτων τους. Μια θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λοκ για να εξηγήσει την προέλευση της νόμιμης ...

Government; American government

English (EN)representative democracy

Form of government in which power is held by the people and exercised indirectly through elected representatives who make decisions.

Greek (EL)αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Μορφή διακυβέρνησης στην οποία η εξουσία ανήκει στο λαό και ασκείται έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Government; American government

English (EN)insolvency

Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.

Greek (EL)αφερεγγυότητα

Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

Economy; Economics

English (EN)monopoly

In economics, a monopoly exists when a specific individual or an enterprise is the only supplier of a particular kind of product or service.

Greek (EL)μονοπώλιο

Στα οικονομικά, ένα μονοπώλιο υπάρχει όταν ένα συγκεκριμένο άτομο ή μια επιχείρηση είναι ο μοναδικός προμηθευτής ενός συγκεκριμένου είδους προϊόντος ή υπηρεσίας. ...

Economy;

English (EN)Marshall Plan

A massive foreign aid program to Western Europe of $17 billion over four years, beginning in 1948. Named after Secretary of State George Marshall, the program restored economic prosperity to the region and stabilized its system of democracy and capitalism.

Greek (EL)Σχέδιο Μάρσαλ

Μαζικό πρόγραμμα ξένης βοήθειας προς τη Δυτική Ευρώπη ύψους 17 δισ. δολαρίων αποδεσμευμένων σε διάστημα τεσσάρων ετών, που εγκαινιάστηκε το 1948. Το πρόγραμμα, που πήρε το όνομά του από τον υπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ, αποκατέστησε την οικονομική ...

History; American history