portrait

ChrysanthiPantelidaki

France

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

607

Words Translated

23

Terms Translated

ChrysanthiPantelidaki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Greenback Party

A political party founded in 1874 to promote the issuance of legal tender paper currency not backed by precious metals in order to inflate the money supply and relieve the suffering of people hurt by the era's deflation, most of its members merged with the ...

Greek (EL)" Κόμμα του Χαρτονομίσματος "

Πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1874 για να προωθήσει την έκδοση νόμιμου χαρτονομίσματος που να μην υποστηρίζεται από πολύτιμα μέταλλα με στόχο να αυξήσει την προσφορά χρήματος και να προσφέρει διέξοδο στην απόγνωση του πληθυσμού που πληττόταν από τον ...

History; American history

English (EN)Monroe Doctrine

In this 1823 statement of American foreign policy, President James Monroe declared that the United States would not allow European powers to create new colonies in the Western Hemisphere or to expand the boundaries of existing colonies.

Greek (EL)Δόγμα Μονρόε

Με αυτή τη δήλωση εξωτερικής πολιτικής ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε διακήρυξε το 1823 ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν στις ευρωπαϊκές δυνάμεις να δημιουργήσουν νέες αποικίες στο δυτικό ημισφαίριο ή να επεκτείνουν τα σύνορα των υφιστάμενων ...

History; American history

English (EN)Hinduism

The Western word for the religious beliefs and practices of the majority of the people of India.

Greek (EL)Ινδουισμός

Η δυτική λέξη για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές της πλειοψηφίας του λαού της Ινδίας.

Philosophy; Eastern philosophy

English (EN)representative democracy

Form of government in which power is held by the people and exercised indirectly through elected representatives who make decisions.

Greek (EL)αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Μορφή διακυβέρνησης στην οποία η εξουσία ανήκει στο λαό και ασκείται έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Government; American government

English (EN)gross national product

annual total value of goods produced, and services provided, in a country.

Greek (EL)Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ)

Ετήσια συνολική αξία των αγαθών που παράγονται και των υπηρεσιών που παρέχονται σε μια χώρα.

Economy;

English (EN)social contract

Agreement among all the people in a society to give up part of their freedom to a government in return for protection of their natural rights. A theory developed by Locke to explain the origin of legitimate government.

Greek (EL)κοινωνικό συμβόλαιο

Συμφωνία μεταξύ όλων των μελών μιας κοινωνίας να εγκαταλείψουν μέρος της ελευθερίας τους προς όφελος μιας κυβέρνησης με αντάλλαγμα την προστασία των φυσικών δικαιωμάτων τους. Μια θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λοκ για να εξηγήσει την προέλευση της νόμιμης ...

Government; American government

English (EN)inelastic demand

Situation where the demand for a product does not increase or decrease correspondingly with a fall or rise in its price. From the supplier's viewpoint, this is a highly desirable situation because price and total revenue are directly related; an increase in ...

Greek (EL)ανελαστική ζήτηση

Κατάσταση κατά την οποία η ζήτηση για ένα προϊόν δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται αντίστοιχα με τη μείωση ή την αύξηση της τιμής του. Από τη σκοπιά του προμηθευτή αυτή είναι μια ιδιαίτερα επιθυμητή κατάσταση επειδή η τιμή και τα συνολικά έσοδα συσχετίζονται ...

Economy;

English (EN)structural unemployment

unemployment caused by changes in the structure of occupational, opportunities, such as when a steel factory closes and the number of steelworker jobs declines.

Greek (EL)διαρθρωτική (δομική) ανεργία

ανεργία που προκαλείται από τις αλλαγές στη δομή των επαγγελματικών ευκαιριών, όπως για παράδειγμα, όταν ένα χαλυβουργείο κλείνει και ο αριθμός θέσεων εργασίας των εργατών χαλυβουργίας μειώνεται. ...

Economy;

English (EN)interest group

Organized body of individuals who share some goals and try to influence public policy to meet those goals.

Greek (EL)Ομάδα πίεσης

Οργανωμένο σύνολο προσώπων που μοιράζεται κάποιους στόχους και προσπαθεί να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική για την επίτευξη των στόχων ...

Government; American government

English (EN)Treaty of Versailles

The treaty that ended World War I.

Greek (EL)Συνθήκη των Βερσαλλιών

Η συνθήκη που τερμάτισε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

History; American history