Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Areas of an individual's life that are not subject to governmental control.
Τομείς της ζωής ενός ατόμου που δεν υπόκεινται σε κυβερνητικό έλεγχο.
A political party founded in 1874 to promote the issuance of legal tender paper currency not backed by precious metals in order to inflate the money supply and relieve the suffering of people hurt by the era's deflation, most of its members merged with the ...
Πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1874 για να προωθήσει την έκδοση νόμιμου χαρτονομίσματος που να μην υποστηρίζεται από πολύτιμα μέταλλα με στόχο να αυξήσει την προσφορά χρήματος και να προσφέρει διέξοδο στην απόγνωση του πληθυσμού που πληττόταν από τον ...
The treaty that ended World War I.
Η συνθήκη που τερμάτισε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Form of government in which political control is exercised by all the people, either directly or through their elected representatives.
Μορφή διακυβέρνησης στην οποία ο πολιτικός έλεγχος ασκείται από το σύνολο του λαού, είτε άμεσα είτε μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.
Agreement among all the people in a society to give up part of their freedom to a government in return for protection of their natural rights. A theory developed by Locke to explain the origin of legitimate government.
Συμφωνία μεταξύ όλων των μελών μιας κοινωνίας να εγκαταλείψουν μέρος της ελευθερίας τους προς όφελος μιας κυβέρνησης με αντάλλαγμα την προστασία των φυσικών δικαιωμάτων τους. Μια θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λοκ για να εξηγήσει την προέλευση της νόμιμης ...
unemployment caused by changes in the structure of occupational, opportunities, such as when a steel factory closes and the number of steelworker jobs declines.
ανεργία που προκαλείται από τις αλλαγές στη δομή των επαγγελματικών ευκαιριών, όπως για παράδειγμα, όταν ένα χαλυβουργείο κλείνει και ο αριθμός θέσεων εργασίας των εργατών χαλυβουργίας μειώνεται. ...
Customs, treaties, agreements, and rules that govern relations among nations.
Διεθνή έθιμα, συνθήκες, συμφωνίες και κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των εθνών.
Fanatical patriotism, blind devotion to and belief in the superiority of one's group.
Φανατικός πατριωτισμός, τυφλή αφοσίωση και πίστη στην ανωτερότητα της ομάδας στην οποία κάποιος ανήκει.
The value of a country's total exports minus the value of its total imports.
Η αξία των συνολικών εξαγωγών μιας χώρας μείον την αξία των συνολικών εισαγωγών της.
Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.
Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.