Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Fanatical patriotism, blind devotion to and belief in the superiority of one's group.
Φανατικός πατριωτισμός, τυφλή αφοσίωση και πίστη στην ανωτερότητα της ομάδας στην οποία κάποιος ανήκει.
Belief that individuals are naturally endowed with basic human rights; those rights that are so much a part of human nature that they cannot be taken away or given up, as opposed to rights conferred by law. The Declaration of Independence states that these ...
Η πίστη ότι τα άτομα είναι από τη φύση προικισμένα με βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα αυτά αποτελούν σε τέτοιο βαθμό μέρος της ανθρώπινης φύσης έτσι ώστε να μη μπορούν να αφαιρεθούν ή να ανακληθούν, σε αντίθεση με τα δικαιώματα που απορρέουν από το ...
In this 1823 statement of American foreign policy, President James Monroe declared that the United States would not allow European powers to create new colonies in the Western Hemisphere or to expand the boundaries of existing colonies.
Με αυτή τη δήλωση εξωτερικής πολιτικής ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε διακήρυξε το 1823 ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν στις ευρωπαϊκές δυνάμεις να δημιουργήσουν νέες αποικίες στο δυτικό ημισφαίριο ή να επεκτείνουν τα σύνορα των υφιστάμενων ...
The treaty that ended World War I.
Η συνθήκη που τερμάτισε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
President Ronald Reagan's 1985 pledge of American aid to insurgent movements attempting to overthrow Soviet back regimes in the Third World.
Δέσμευση που εξήγγειλε το 1985 ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν με την οποία υποσχόταν αμερικανική βοήθεια σε επαναστατικά κινήματα που επιχειρούσαν να ανατρέψουν φιλοσοβιετικά καθεστώτα στον Τρίτο ...
The value of a country's total exports minus the value of its total imports.
Η αξία των συνολικών εξαγωγών μιας χώρας μείον την αξία των συνολικών εισαγωγών της.
Form of government in which political control is exercised by all the people, either directly or through their elected representatives.
Μορφή διακυβέρνησης στην οποία ο πολιτικός έλεγχος ασκείται από το σύνολο του λαού, είτε άμεσα είτε μέσω των εκλεγμένων αντιπροσώπων του.
unemployment caused by changes in the structure of occupational, opportunities, such as when a steel factory closes and the number of steelworker jobs declines.
ανεργία που προκαλείται από τις αλλαγές στη δομή των επαγγελματικών ευκαιριών, όπως για παράδειγμα, όταν ένα χαλυβουργείο κλείνει και ο αριθμός θέσεων εργασίας των εργατών χαλυβουργίας μειώνεται. ...
Form of government in which power is held by the people and exercised indirectly through elected representatives who make decisions.
Μορφή διακυβέρνησης στην οποία η εξουσία ανήκει στο λαό και ασκείται έμμεσα μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.
Customs, treaties, agreements, and rules that govern relations among nations.
Διεθνή έθιμα, συνθήκες, συμφωνίες και κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των εθνών.