portrait

ChrysanthiPantelidaki

France

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

607

Words Translated

0

Terms Translated

ChrysanthiPantelidaki’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ChrysanthiPantelidaki’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)Treaty of Versailles

The treaty that ended World War I.

Greek (EL)Συνθήκη των Βερσαλλιών

Η συνθήκη που τερμάτισε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

History; American history

English (EN)gross national product

annual total value of goods produced, and services provided, in a country.

Greek (EL)Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ)

Ετήσια συνολική αξία των αγαθών που παράγονται και των υπηρεσιών που παρέχονται σε μια χώρα.

Economy;

English (EN)Hinduism

The Western word for the religious beliefs and practices of the majority of the people of India.

Greek (EL)Ινδουισμός

Η δυτική λέξη για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές της πλειοψηφίας του λαού της Ινδίας.

Philosophy; Eastern philosophy

English (EN)insolvency

Inability of an individual or company to pay debts as they fall due.

Greek (EL)αφερεγγυότητα

Η αδυναμία ενός ατόμου ή μιας εταιρείας να εξοφλήσει τις οφειλές του καθώς καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

Economy; Economics

English (EN)freedom of the press

Freedom to print or publish without government interference.

Greek (EL)Ελευθερία του τύπου

Ελευθερία εκτύπωσης ή δημοσίευσης χωρίς κυβερνητική παρέμβαση.

Government; American government

English (EN)international law

Customs, treaties, agreements, and rules that govern relations among nations.

Greek (EL)Διεθνές Δίκαιο

Διεθνή έθιμα, συνθήκες, συμφωνίες και κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των εθνών.

Government; American government

English (EN)inelastic demand

Situation where the demand for a product does not increase or decrease correspondingly with a fall or rise in its price. From the supplier's viewpoint, this is a highly desirable situation because price and total revenue are directly related; an increase in ...

Greek (EL)ανελαστική ζήτηση

Κατάσταση κατά την οποία η ζήτηση για ένα προϊόν δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται αντίστοιχα με τη μείωση ή την αύξηση της τιμής του. Από τη σκοπιά του προμηθευτή αυτή είναι μια ιδιαίτερα επιθυμητή κατάσταση επειδή η τιμή και τα συνολικά έσοδα συσχετίζονται ...

Economy;

English (EN)social contract

Agreement among all the people in a society to give up part of their freedom to a government in return for protection of their natural rights. A theory developed by Locke to explain the origin of legitimate government.

Greek (EL)κοινωνικό συμβόλαιο

Συμφωνία μεταξύ όλων των μελών μιας κοινωνίας να εγκαταλείψουν μέρος της ελευθερίας τους προς όφελος μιας κυβέρνησης με αντάλλαγμα την προστασία των φυσικών δικαιωμάτων τους. Μια θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λοκ για να εξηγήσει την προέλευση της νόμιμης ...

Government; American government

English (EN)interest group

Organized body of individuals who share some goals and try to influence public policy to meet those goals.

Greek (EL)Ομάδα πίεσης

Οργανωμένο σύνολο προσώπων που μοιράζεται κάποιους στόχους και προσπαθεί να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική για την επίτευξη των στόχων ...

Government; American government

English (EN)personal domain

Areas of an individual's life that are not subject to governmental control.

Greek (EL)ιδιωτική σφαίρα (σφαίρα του ιδιωτικού βίου)

Τομείς της ζωής ενός ατόμου που δεν υπόκεινται σε κυβερνητικό έλεγχο.

Government; American government