portrait

ILACHANIS

United Kingdom

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

44,671

Words Translated

1,329

Terms Translated

ILACHANIS’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)constant

A numeric or string value that is not calculated and, therefore, does not change.

Greek (EL)σταθερά

Μία αριθμητική τιμή ή συμβολοσειρά, που δεν υπολογίζεται και, επομένως, δεν αλλάζει.

Computer; Operating systems

English (EN)line

Conductor or set of conductors for carrying signals or power.

Greek (EL)γραμμή

Αγωγός ή ομάδα αγωγών για τη μεταφορά σημάτων ή ισχύος.

Automation; Industrial automation

English (EN)accuracy class

A number used to indicate the accuracy range of a measurement transducer, according to the defined standard.

Greek (EL)κατηγορία ακρίβειας

Ένας αριθμός που χρησιμοποιείται για να υποδείξει το εύρος ακρίβειας ενός μετατροπέα μέτρησης, σύμφωνα με το καθορισμένο πρότυπο.

Electrical equipment; Electricity

English (EN)status bar control

A standard Windows control that provides the functionality of a status bar.

Greek (EL)έλεγχος γραμμής κατάστασης

Ένα τυπικό στοιχείο ελέγχου Windows που παρέχει τη λειτουργικότητα μίας γραμμής κατάστασης.

Computer; Operating systems

English (EN)AC power adaptor

Battary pack that converts AC power to DC power; AC power is of high voltage and must be converted to a lower voltage before it can be used by a laptop.

Greek (EL)Τροφοδοτικό AC

Μπαταρία που μετατρέπει ρεύμα AC σε DC. Το ρεύμα AC είναι υψηλής τάσης και πρέπει να μετατραπεί σε χαμηλής τάσης πριν να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από έναν φορητό υπολογιστή. ...

Computer; Laptops

English (EN)click frequency

The number of clicks divided by the reach of clicks.

Greek (EL)συχνότητα κλικ

Ο αριθμός κλικ διαιρεμένος με τον προορισμό των κλικ.

Computer; Operating systems

English (EN)crossover network

The set of components in a loudspeaker that divides up the incoming signal, sending the bass to the woofer, the treble to the tweeter and, sometimes, the middle frequencies to a midrange driver. The crossover network uses resisters, capacitors and inductors ...

Greek (EL)δίκτυο διασταύρωσης

Το σύνολο εξαρτημάτων σε ένα ηχείο που διαιρεί το εισερχόμενο σήμα, στέλνοντας το μπάσο στο woofer, τα πρίμα στο τουίτερ και, ορισμένες φορές, τις μέσες συχνότητες σε έναν οδηγό μεσαίου εύρους. Το δίκτυο διασταύρωσης χρησιμοποιεί καταχωρητές, πυκνωτές και ...

Consumer electronics; Home theatre system

English (EN)transmission line

A system of one or more electrical conductors used to transmit electrical signals or power from one place to another.

Greek (EL)γραμμή μετάδοσης

Ένα σύστημα ενός ή περισσότερων ηλεκτρικών αγωγών, που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση ηλεκτρικών σημάτων ή ισχύος από μία τοποθεσία σε μία ...

Automation; Industrial automation

English (EN)volumetric flow rate

The volumetric flow rate in fluid dynamics and hydrometry, (also known as volume flow rate or rate of fluid flow) is the volume of fluid which passes through a given surface per unit time (for example cubic meters per second (m3 s-1) in SI units, or cubic ...

Greek (EL)ρυθμός ογκομετρικής ροής

Ο ρυθμός ογκομετρικής ροής στη ρευστοδυναμική και υδρομετρία (γνωστός επίσης ως ρυθμός ροής όγκου ή ρυθμός ροής υγρών) είναι ο όγκος υγρού που διέρχεται μέσω μίας δεδομένης επιφάνειας ανά μονάδα χρόνου (για παράδειγμα, κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο (m3 s-1) ...

Electrical equipment; Fuel cell

English (EN)emi (electromagnetic interference)

Electrical interference (noise) generated by electrical and electronic devices.

Greek (EL)ηλεκτρομαγνητική παρεμβολή

Η ηλεκτρομαγνητική παρεμβολή (θόρυβος) παράγεται από ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές.

Electrical equipment; Capacitors