portrait

ILACHANIS

United Kingdom

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

44,671

Words Translated

0

Terms Translated

ILACHANIS’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)bandpass filter

A device that passes a range of frequencies while blocking frequencies outside that range.

Greek (EL)φίλτρο διέλευσης ζώνης

Μια συσκευή που επιτρέπει τη διέλευση μιας σειράς συχνοτήτων, ενώ εμποδίζει συχνότητες εκτός αυτού του εύρους.

Consumer electronics; Television

English (EN)static adapter

An adapter that uses the user interface provided by the adapter framework.

Greek (EL)στατικός προσαρμογέας

Ένας προσαρμογέας που χρησιμοποιεί το περιβάλλον εργασίας χρήστη που παρέχεται από το πλαίσιο εργασίας προσαρμογέα.

Computer; Operating systems

English (EN)dielectric strength

The maximum electrical potential gradient (electric field) that an insulating material can withstand without rupture, usually expressed in volts per mm of thickness.

Greek (EL)διηλεκτρική αντοχή

Η μέγιστη κλίση ηλεκτρικού δυναμικού (ηλεκτρικό πεδίο) που μπορεί να αντέξει ένα μονωτικό υλικό χωρίς διάρρηξη, συνήθως εκφρασμένη σε βολτ ανά χιλιοστό ...

Electrical equipment; Power supplies

English (EN)local area network

A network of computers, printers, and other devices located within a relatively limited area (for example, a building). A LAN enables any connected device to interact with any other on the network.

Greek (EL)τοπικό δίκτυο

Ένα δίκτυο υπολογιστών, εκτυπωτών και άλλων συσκευών, που βρίσκεται εντός μίας σχετικά περιορισμένης περιοχής (για παράδειγμα, ένα κτίριο). Ένα LAN επιτρέπει την αλληλεπίδραση οποιασδήποτε συνδεδεμένης συσκευής με κάθε άλλη στο ...

Computer; Operating systems

English (EN)design test

Tests done to equipment to verify the design meets certain established charactistics or standards.

Greek (EL)δοκιμή σχεδιασμού

Δοκιμές που εκτελούνται στον εξοπλισμό για να επαληθευθεί ότι ο σχεδιασμός ικανοποιεί συγκεκριμένα εδραιωμένα χαρακτηριστικά ή πρότυπα.

Electrical equipment; Electricity

English (EN)Short Circuit

A short circuit is generally an unintended electrical connection between current carrying parts.

Greek (EL)Βραχυκύκλωμα

Ένα βραχυκύκλωμα είναι γενικά μία τυχαία ηλεκτρική σύνδεση μεταξύ τμημάτων που μεταφέρουν ρεύμα.

Electrical equipment; Generators

English (EN)stator

That part of an AC induction motor's magnetic structure which does not rotate. It usually contains the primary winding. The stator is made up of laminations with a large hole in the center in which the rotor can turn; there are slots in the stator in which ...

Greek (EL)στάτορας

Το τμήμα της μαγνητικής δομής ενός μοτέρ επαγωγής AC που δεν περιστρέφεται. Συνήθως περιέχει την πρωτεύουσα περιέλιξη. Ο στάτορας αποτελείται από λεπτά φύλλα με μία μεγάλη οπή στο κέντρο, όπου ο ρότορας μπορεί να στρίβει. Υπάρχουν υποδοχές στο στάτορα όπου ...

Electrical equipment; Motors

English (EN)heading

A paragraph style that displays text in a font that is larger than normal text.

Greek (EL)κεφαλίδα

Ένα στιλ παραγράφου που εμφανίζει το κείμενο σε γραμματοσειρά μεγαλύτερη του φυσιολογικού κειμένου.

Computer; Operating systems

English (EN)full-load torque

That torque of a motor necessary to produce its rated horsepower at full-load speed, sometimes referred to as running torque.

Greek (EL)ροπή πλήρους ροπής

Αυτή η ροπή ενός μοτέρ, απαραίτητη για την παραγωγή της βαθμονομημένης ιπποδύναμής του σε ταχύτητα πλήρους φορτίου, ορισμένες φορές αναφέρεται ως ροπή λειτουργίας. ...

Electrical equipment; Motors

English (EN)translations

A Facebook application that allows translators from around world to translate Facebook into different languages.

Greek (EL)μεταφράσεις

Μία εφαρμογή του Facebook που επιτρέπει σε μεταφραστές από όλον τον κόσμο να μεταφράσουν το Facebook σε διάφορες γλώσσες.

Internet; Social media