portrait

ILACHANIS

United Kingdom

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

44,671

Words Translated

0

Terms Translated

ILACHANIS’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)voltage

Electromotive Force, potential, potential difference, or voltage drop, to designate electric pressure that exists between two points and is capable of producing a flow of current when a closed circuit is connected between the two points.

Greek (EL)τάση

Η ηλεκτροκινητική δύναμη, διαφορά δυναμικού ή πτώση τάσης, για υπόδειξη ηλεκτρικής πίεσης που υφίσταται μεταξύ δύο σημείων και είναι ικανή για παραγωγή ροής ρεύματος όταν ένα κλειστό κύκλωμα συνδέεται μεταξύ των δύο ...

Electrical equipment; Capacitors

English (EN)volt

A unit of electromotive force. The electrical potential needed to produce one ampere of current with a resistance of one ohm.

Greek (EL)volt

Μία μονάδα ηλεκτροπαραγωγούς δύναμης. Το απαραίτητο ηλεκτρικό δυναμικό για την παραγωγή ενός αμπέρ ρεύματος, με αντίσταση ένα ohm.

Electrical equipment; Electricity

English (EN)logical write

1) To write to memory based on a logical address. 2) See physical write

Greek (EL)λογική εγγραφή

1)Για την εγγραφή σε μνήμη που βασίζεται σε μία λογική διεύθυνση. 2)Βλ. φυσική εγγραφή.

Automation; Industrial automation

English (EN)dielectric strength

The maximum electrical potential gradient (electric field) that an insulating material can withstand without rupture, usually expressed in volts per mm of thickness.

Greek (EL)διηλεκτρική αντοχή

Η μέγιστη κλίση ηλεκτρικού δυναμικού (ηλεκτρικό πεδίο) που μπορεί να αντέξει ένα μονωτικό υλικό χωρίς διάρρηξη, συνήθως εκφρασμένη σε βολτ ανά χιλιοστό ...

Electrical equipment; Power supplies

English (EN)impulse

A unidirectional surge generated by the release of electric energy into an impedance network.

Greek (EL)παρόρμηση

Μία αμφίδρομης κατεύθυνσης υπέρταση που παράγεται από την έκλυση ηλεκτρικής ενέργειας σε ένα δίκτυο αντίστασης.

Electrical equipment; Power supplies

English (EN)stator

That part of an AC induction motor's magnetic structure which does not rotate. It usually contains the primary winding. The stator is made up of laminations with a large hole in the center in which the rotor can turn; there are slots in the stator in which ...

Greek (EL)στάτορας

Το τμήμα της μαγνητικής δομής ενός μοτέρ επαγωγής AC που δεν περιστρέφεται. Συνήθως περιέχει την πρωτεύουσα περιέλιξη. Ο στάτορας αποτελείται από λεπτά φύλλα με μία μεγάλη οπή στο κέντρο, όπου ο ρότορας μπορεί να στρίβει. Υπάρχουν υποδοχές στο στάτορα όπου ...

Electrical equipment; Motors

English (EN)line

A straight sketch entity with two endpoints. A line can be created by projecting an external entity such as an edge, plane, axis, or sketch curve into the sketch.

Greek (EL)γραμμή

Μια οντότητα ενός ευθύ σχεδίου με δύο τελικά σημεία. Μια γραμμή μπορεί να δημιουργηθεί με προβολή μιας εξωτερικής οντότητας, όπως ένα άκρο, επίπεδο, άξονας ή καμπύλη σχεδίου στο ...

Software; CAE

English (EN)phase angle transducer

A transducer used for the measurement of the phase angle between two a.c. electrical quantities having the same frequency.

Greek (EL)μετατροπέας γωνίας φάσης

Ένας μετατροπέας χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της γωνίας φάσης μεταξύ δύο ηλεκτρικών ποσοτήτων a.c. που φέρουν την ίδια συχνότητα.

Electrical equipment; Electricity

English (EN)compressor

A machine used to supply air or gas at high pressure to propel movement within a device.

Greek (EL)συμπιεστής

Ένα μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την παροχή αέρα ή αερίου σε υψηλή πίεση, για την προώθηση κίνησης εντός μίας συσκευής.

Household appliances; Air conditioners

English (EN)routine

A sequence of instructions that monitors and controls a specific application function.

Greek (EL)ρουτίνα

Μία ακολουθία οδηγιών που παρακολουθεί και ελέγχει μία συγκεκριμένη λειτουργία εφαρμογής.

Automation; Industrial automation