Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A transformer that has switched windings allowing its use on two different primary voltages.
Ένας μετασχηματιστής με ενεργοποιημένες περιελίξεις που επιτρέπουν τη χρήση του σε δύο διαφορετικές κύριες τάσεις.
A series of extremely popular role playing video games. Currently up to the 14th title with numerous spinoffs.
Μια σειρά εξαιρετικά δημοφιλών βιντεοπαιχνιδιών ρόλων. Αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στον 14ο τίτλο με πολυάριθμους σχετικούς τίτλους.
The domain used to authenticate a user logging on to a computer, program, or network.
Ο τομέας που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο ταυτότητας ενός χρήστη που συνδέεται σε έναν υπολογιστή, πρόγραμμα ή δίκτυο.
A filter applied to a list of records. Users can choose different views that contain all the records or activities of a particular type or that are a subset of that type.
Ένα φίλτρο που εφαρμόζεται σε μια λίστα εγγραφών. Οι χρήστες μπορούν να επιλέξουν διαφορετικές προβολές που περιέχουν όλες τις εγγραφές ή δραστηριότητες ενός συγκεκριμένου τύπου, ή που αποτελούν ένα υποσύνολο αυτού του ...
Portable electronic device that is designed primarily for the purpose of reading digital books and periodicals and uses e-ink technology to display content to readers.
Φορητή ηλεκτρονική συσκευή που σχεδιάζεται κυρίως για το σκοπό ανάγνωσης ψηφιακών βιβλίων και περιοδικών, που χρησιμοποιεί τεχνολογία e-ink για την προβολή περιεχομένου σε αναγνώστες. ...
The radiant energy produced in the sun as a result of nuclear (H and He) fusion reactions.
Η ακτινοβολούμενη ενέργεια που παράγεται στον ήλιο, ως αποτέλεσμα πυρηνικών αντιδράσεων σύντηξης (H και He).
A user program designed to help isolate hardware malfunctions in the programmable controller and application equipment.
Ένα πρόγραμμα χρήστη που είναι σχεδιασμένο για τη βοήθεια απομόνωσης δυσλειτουργιών υλικού στον προγραμματιζόμενο ελεγκτή και εξοπλισμό εφαρμογών. ...
An electrical/electronic part that stores electrical charges. In its simplest form it consists of two conducting surfaces separated by a dielectric.
Ένα ηλεκτρικό/ηλεκτρονικό εξάρτημα που αποθηκεύει ηλεκτρικά φορτία. Στην απλούστερη μορφή του αποτελείται από δύο αγώγιμες επιφάνειες, διαχωρισμένες από ένα διηλεκτρικό. ...
An electric meter that measures and registers the integral, with respect to time, of the current of a circuit in which it is connected.
Ένας ηλεκτρικός μετρητής που μετρά και καταγράφει το εσωτερικό, αναφορικά με το χρόνο, ρεύμα ενός κυκλώματος στο οποίο συνδέεται.
Fuel gas, such as natural gas, undiluted liquefied petroleum gases (vapor phase only), liquefied petroleum gas-air mixtures, or mixtures of these gases.
Αέριο καύσιμο, όπως φυσικό αέριο, αδιάλυτα υγροποιημένα αέρια πετρελαίου (μόνο φάση ατμού), μείγματα υγροποιημένου αερίου πετρελαίου-αέρα ή μείγματα αυτών των ...