Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A circuit breaker is a protective device that automatically interrupts the current flowing through it when that current exceeds a certain value for a specified period of time.
Ένας διακόπτης κυκλώματος είναι μία συσκευή προστασίας που αυτόματα διακόπτει τη ροή ρεύματος μέσω αυτής, όταν αυτό το ρεύμα υπερβαίνει μία συγκεκριμένη τιμή για μία καθορισμένη χρονική ...
A report containing news or information, can be printed or distributed electronically.
Μία αναφορά που περιέχει ειδήσεις ή πληροφορίες, που μπορούν να εκτυπωθούν ή διανεμηθούν ηλεκτρονικά.
A short horizontal line used as a punctuation mark.
Μία σύντομη οριζόντια γραμμή που χρησιμοποιείται ως σημείο στίξης.
The speed of the motor refers to the RPM's (revolutions per minute) of the shaft.
Η ταχύτητα του μοτέρ αναφέρεται στην τιμή RPM (στροφές ανά λεπτό) του άξονα.
An orifice that has the function of helping to clear the water from the portable air conditioner.
Ένα στόμιο με τη δυνατότητα εκκαθάρισης του νερού από το φορητό κλιματιστικό.
A device that takes electrical energy and converts it into mechanical energy to turn a shaft.
Μία συσκευή που λαμβάνει ηλεκτρική ενέργεια και τη μετατρέπει σε μηχανική, προκειμένου να στρίψει έναν άξονα.
A telephone base station located on top of a tall, free-standing structure.
Ένας σταθμός τηλεφωνικής βάσης που βρίσκεται στην κορυφή μιας ψηλής, επιδαπέδιας κατασκευής.
A code in which information is represented by symbols or characters.
Ένας κώδικας όπου πληροφορίες αναπαριστάνονται με σύμβολα ή χαρακτήρες.
1. The ultimate user of a telecommunications service. 2. A person in contact with a Target of Evaluation who makes use only of its operational capacity.
1. Ο τελικός χρήστης μιας υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών. 2. Ένα άτομο σε επαφή με το Στόχο της αξιολόγησης, ο οποίος κάνει χρήση μόνο της λειτουργικής της ικανότητας. ...
All of the materials used to insulate a particular electrical or electronic product.
Όλα τα υλικά που χρησιμοποιούνται για τη μόνωση ενός συγκεκριμένου ηλεκτρικού ή ηλεκτρονικού προϊόντος.