portrait

ILACHANIS

United Kingdom

Translate From: English (EN)

Translate To: Greek (EL)

44,671

Words Translated

0

Terms Translated

ILACHANIS’s Selected Translation Work

Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.

English (EN)cut off voltage

Battery Voltage reached at the termination of a discharge. Also Known as the End Point Voltage (EPV).

Greek (EL)τάση αποκοπής

Τάση Μπαταρίας που βρίσκεται στον τερματισμό μίας εκφόρτισης. Γνωστή επίσης ως Τάση Τελικού Σημείου (EPV).

Electrical equipment; Electricity

English (EN)synchronous speed

The speed of an ac induction motor’s rotating magnetic field. It is determined by the frequency applied to the stator and the number of magnetic poles present in each phase of the stator windings. Mathematically, it is expressed as: Sync Speed (rpm) = 120 x ...

Greek (EL)σύγχρονη ταχύτητα

Η ταχύτητα του περιστρεφόμενου μαγνητικού πεδίου ενός μοτέρ επαγωγής ac. Καθορίζεται από τη συχνότητα που εφαρμόζεται στο στάτορα και ο αριθμός μαγνητικών πόλων που υφίστανται σε κάθε φάση των περιελίξεων στάτορα. Μαθηματικά, εκφράζεται ως εξής: Σύγχρονη ...

Automation; Industrial automation

English (EN)pcb (polychlorinated biphenyls)

Chemical pollutant formerly used in oil-filled capacitors which have been outlawed since the 1970's and are no longer used in the capacitor and transformer industries.

Greek (EL)πολυχλωριωμένο διφαινύλιο

Χημικοί ρύποι που χρησιμοποιούνται πρότινος σε πυκνωτές λαδιού, που κηρύχθηκαν παράνομοι τη δεκαετία του 1970 και δεν χρησιμοποιούνται πλέον στην κατασκευή πυκνωτών και μετασχηματιστών. ...

Electrical equipment; Capacitors

English (EN)exabyte

A unit of storage just over 1 billion Gigabytes.

Greek (EL)exabyte

Μονάδα αποθήκευσης λίγο μεγαλύτερη από 1 δισεκατομμύριο Gigabyte.

Network hardware; Networking storage

English (EN)Low Voltage

AC system operating voltages from 120 to 600 VAC.

Greek (EL)Χαμηλή τάση

Τάσεις λειτουργίας συστήματος AC μεταξύ 120 και 600 VAC.

Electrical equipment; Generators

English (EN)Viewing angle

Encompasses all the angles that a display screen can be seen from.

Greek (EL)γωνία θέασης

Περιλαμβάνει όλες τις γωνίες από τις οποίες είναι ορατή μία οθόνη προβολής.

Computer; Laptops

English (EN)bean-managed transaction

A transaction whose boundaries are defined by an enterprise bean.

Greek (EL)συναλλαγή διαχείρισης φασολιού

Μία συναλλαγή της οποίας τα όρια ορίζονται από ένα εταιρικό φασόλι.

Computer; Workstations

English (EN)local area network (LAN)

Local Area Network which is a short-distance network used to link a group of computers or intelligent devices together, usually within a building.

Greek (EL)δίκτυο τοπικής περιοχής (LAN)

Δίκτυο Τοπικής Περιοχής, το οποίο είναι ένα δίκτυο μικρής απόστασης, που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση μίας ομάδας υπολογιστών ή έξυπνων συσκευών μεταξύ τους, συνήθως εντός ενός ...

Electrical equipment; Electricity

English (EN)duration

1) The time during which something exists or lasts. For example, the length of time that a signal is high may be described as the duration of a pulse. 2) Compare interval and period

Greek (EL)διάρκεια

1)Ο χρόνος κατά τον οποίο κάτι υφίσταται ή διαρκεί. Για παράδειγμα, το μήκος χρόνου που ένα σήμα είναι υψηλό, μπορεί να περιγραφεί ως η διάρκεια ενός παλμού. 2)Σύγκριση διαλείμματος και ...

Automation; Industrial automation

English (EN)connector

A conductive coupling device used to connect conductors together.

Greek (EL)σύνδεσμος

Μία αγώγιμη συσκευή σύζευξης, που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση συνδέσμων.

Electrical equipment; Electricity