Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Efficiency is the ratio of total output power to input power expressed as a percentage.
Η απόδοση είναι ο λόγος συνολικής ισχύς εξόδου προς την ισχύ εισόδου, που εκφράζεται ως ποσοστό.
In electrical engineering, a load profile is a graph of the variation in the electrical load versus time.
Στην ηλεκτρική μηχανική, ένα προφίλ φορτίου είναι ένα γράφημα της διακύμανσης ηλεκτρικού φορτίου έναντι χρόνου.
In electrostatics, the amount of electricity present upon any substance that has accumulated electric energy.
Στην ηλεκτροστατική, η ποσότητα ηλεκτρισμού, παρούσα σε οποιαδήποτε ουσία που έχει συσσωρευμένη ηλεκτρική ενέργεια.
A circuit on an I/O module that provides switching of dc power to a machine/process load device based on backplane logic level dc signals. By definition, it is always a digital circuit (on/off). By implication, it usually has a direct relationship with the ...
Ένα κύκλωμα σε μία μονάδα I/O που παρέχει τη μεταγωγή ισχύος dc σε μία συσκευή φόρτωσης μηχανής/διαδικασίας, με βάση σήματα dc λογικού επίπεδου βασικής μονάδας. Εξ ορισμού, πρόκειται πάντα για ένα ψηφιακό κύκλωμα (on/off). Κατά συνέπεια, συνήθως έχει μια ...
A service that is used to send, store, and retrieve audio messages. Voice mail can be used as a telephone answering machine.
Μία υπηρεσία που χρησιμοποιείται για την αποστολή, αποθήκευση και ανάκτηση ηχητικών μηνυμάτων. Το φωνητικό ταχυδρομείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τηλεφωνητής. ...
Another name for a light dependent resistor (LDR). A resistor whose resistance changes based on the light intensity.
Ένα άλλο όνομα για μία αντίσταση που εξαρτάται από το φως (LDR). Ένας αντιστάτης του οποίου η αντίσταση βασίζεται στην ένταση του φωτός.
An electrified portion of matter of sub-atomic, atomic, or molecular dimensions such as is formed when a molecule of gas loses an electron (when the gas is stressed electrically beyond the critical voltage) or when a neutral atom or group of atoms in a fluid ...
Μία ηλεκτρισμένη ποσότητα ύλης υποατομικών, ατομικών ή μοριακών διαστάσεων, που σχηματίζεται όταν ένα μόριο αερίου χάσει ένα ηλεκτρόνιο (όταν το αέριο πιεστεί ηλεκτρικά πέραν της κρίσιμης τάσης) ή όταν ένα ουδέτερο άτομο ή ομάδα ατόμων σε ένα ρευστό χάσει ή ...
A representation of facts, concepts or instructions in a formalized manner, suitable for communication, interpretation or processing.
Μία αναπαράσταση γεγονότων, εννοιών ή οδηγιών με έναν επίσημο τρόπο, κατάλληλο για επικοινωνία, ερμηνεία ή επεξεργασία.
The most recent transfer of data recorded by the server.
Η πλέον πρόσφατη μεταφορά δεδομένων που έχει καταγραφεί από το διακομιστή.
The protocol for transferring the state of an entity bean between its instance variables and an underlying database.
Το πρωτόκολλο μεταφοράς της κατάστασης ενός φασολιού οντότητας μεταξύ των μεταβλητών παρουσίας του και μίας βασικής βάσης δεδομένων.