Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
Battery Voltage reached at the termination of a discharge. Also Known as the End Point Voltage (EPV).
Τάση Μπαταρίας που βρίσκεται στον τερματισμό μίας εκφόρτισης. Γνωστή επίσης ως Τάση Τελικού Σημείου (EPV).
The speed of an ac induction motor’s rotating magnetic field. It is determined by the frequency applied to the stator and the number of magnetic poles present in each phase of the stator windings. Mathematically, it is expressed as: Sync Speed (rpm) = 120 x ...
Η ταχύτητα του περιστρεφόμενου μαγνητικού πεδίου ενός μοτέρ επαγωγής ac. Καθορίζεται από τη συχνότητα που εφαρμόζεται στο στάτορα και ο αριθμός μαγνητικών πόλων που υφίστανται σε κάθε φάση των περιελίξεων στάτορα. Μαθηματικά, εκφράζεται ως εξής: Σύγχρονη ...
Chemical pollutant formerly used in oil-filled capacitors which have been outlawed since the 1970's and are no longer used in the capacitor and transformer industries.
Χημικοί ρύποι που χρησιμοποιούνται πρότινος σε πυκνωτές λαδιού, που κηρύχθηκαν παράνομοι τη δεκαετία του 1970 και δεν χρησιμοποιούνται πλέον στην κατασκευή πυκνωτών και μετασχηματιστών. ...
A unit of storage just over 1 billion Gigabytes.
Μονάδα αποθήκευσης λίγο μεγαλύτερη από 1 δισεκατομμύριο Gigabyte.
AC system operating voltages from 120 to 600 VAC.
Τάσεις λειτουργίας συστήματος AC μεταξύ 120 και 600 VAC.
Encompasses all the angles that a display screen can be seen from.
Περιλαμβάνει όλες τις γωνίες από τις οποίες είναι ορατή μία οθόνη προβολής.
A transaction whose boundaries are defined by an enterprise bean.
Μία συναλλαγή της οποίας τα όρια ορίζονται από ένα εταιρικό φασόλι.
Local Area Network which is a short-distance network used to link a group of computers or intelligent devices together, usually within a building.
Δίκτυο Τοπικής Περιοχής, το οποίο είναι ένα δίκτυο μικρής απόστασης, που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση μίας ομάδας υπολογιστών ή έξυπνων συσκευών μεταξύ τους, συνήθως εντός ενός ...
1) The time during which something exists or lasts. For example, the length of time that a signal is high may be described as the duration of a pulse. 2) Compare interval and period
1)Ο χρόνος κατά τον οποίο κάτι υφίσταται ή διαρκεί. Για παράδειγμα, το μήκος χρόνου που ένα σήμα είναι υψηλό, μπορεί να περιγραφεί ως η διάρκεια ενός παλμού. 2)Σύγκριση διαλείμματος και ...
A conductive coupling device used to connect conductors together.
Μία αγώγιμη συσκευή σύζευξης, που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση συνδέσμων.