Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
A virtual field of an entity bean having container-managed persistence; it identifies a related entity bean.
Ένα εικονικό πεδίο ενός φασολιού οντότητας που διαθέτει διατήρηση διαχείρισης κοντέινερ. Αναγνωρίζει ένα σχετικό φασόλι οντότητας.
The degree of process improvement across a predefined set of process areas in which all goals within the set are attained.
Ο βαθμός βελτίωσης διαδικασίας σε ένα προκαθορισμένο σύνολο περιοχών διαδικασίας, όπου επιτυγχάνονται όλοι οι στόχοι εντός του συνόλου.
A filter applied to a list of records. Users can choose different views that contain all the records or activities of a particular type or that are a subset of that type.
Ένα φίλτρο που εφαρμόζεται σε μια λίστα εγγραφών. Οι χρήστες μπορούν να επιλέξουν διαφορετικές προβολές που περιέχουν όλες τις εγγραφές ή δραστηριότητες ενός συγκεκριμένου τύπου, ή που αποτελούν ένα υποσύνολο αυτού του ...
1. Supervision and control of the process whereby key is generated, stored, protected, transferred, loaded, used, and destroyed. 2. The generation, storage, distribution, deletion, archiving and application of keys in accordance with a security policy.
1. Επίβλεψη και έλεγχος της διαδικασίας όπου παράγεται, αποθηκεύεται, προστατεύεται, μεταφέρεται, φορτώνεται, χρησιμοποιείται και καταστρέφεται ένα κλειδί. 2. Η δημιουργία, αποθήκευση, διανομή, διαγραφή, αρχειοθέτηση και εφαρμογή κλειδιών, σύμφωνα με μια ...
The force exerted on a stationary positive charge per unit charge at a point in an electric field. Designated by E. Also known as electric field strength, electric field vector.
Η δύναμη που ασκείται σε ένα στατικό, θετικό φορτίο ανά μονάδα φορτίου σε ένα σημείο ηλεκτρικού πεδίου. Χαρακτηρίζεται από το σύμβολο Ε. Γνωστό επίσης ως δύναμη ηλεκτρικού πεδίου, διάνυσμα του ηλεκτρικού ...
1. The diminution, usually expressed in dB, of signal level in a communications medium. 2. The power, usually expressed in watts, consumed or dissipated by a circuit or component without accomplishing useful work or purpose; e.g., heating (hysteresis loss) ...
1. Η εξασθένηση, συνήθως εκφρασμένη σε dB, της στάθμης του σήματος σε ένα μέσο επικοινωνίας. 2. Η ισχύς, συνήθως εκφρασμένη σε watt, που καταναλώνεται ή διασκορπίζεται σε ένα κύκλωμα ή εξάρτημα χωρίς να επιτυγχάνεται αποτελεσματική εργασία ή σκοπός, π.χ. ...
Liquid hydrogen is the liquid state of the element hydrogen.
Το υγρό υδρογόνο είναι η υγρή κατάσταση του στοιχείου υδρογόνου.
That which does work or is capable of doing work. Electricity is energy that is measured in kilowatt hours.
Αυτό που παράγει έργο ή είναι ικανό για να παράγει έργο. Ο ηλεκτρισμός είναι η ενέργεια που μετριέται σε κιλοβατώρες.
Data transferred from programmable controller data table words to output circuits to control actuators.
Δεδομένα που μεταφέρονται από λέξεις πίνακα δεδομένων προγραμματιζόμενου ελεγκτή για έξοδο κυκλωμάτων σε ενεργοποιητές ελέγχου.
An action that is defined in the JSP specification and is always available to a JSP page.
Μία ενέργεια που ορίζεται στην προδιαγραφή JSP και είναι πάντα διαθέσιμη σε μία σελίδα JSP.