Terms and text shown below represent ILACHANIS’s contributions to TermWiki.com, a free terminology website and knowledge resource for the translation community.
The ratio of the actual light-transmitting area to the theoretical sub-pixel size calculated based on active area and resolution.
Ο λόγος της πραγματικής επιφάνειας εκπομπής φωτός προς το θεωρητικό μέγεθος δευτερεύοντος pixel, που υπολογίζεται από την ενεργή περιοχή και ...
Ampacity is the safe current-carrying capacity of an electrical conductor in amperes as defined by code.
Η ένταση ρεύματος είναι η ασφαλής χωρητικότητα μεταφοράς ρεύματος ενός ηλεκτρικού αγωγού σε αμπέρ, όπως ορίζεται από τον κώδικα.
The folder that contains the file or files to be copied or moved.
Ο φάκελος που περιέχει το αρχείο ή αρχεία προς αντιγραφή ή μεταφορά.
A wire placed above the phase wires of a distribution of transmission circuit to protect against lightning. It is normally galvanized or aluminized steel.
Ένα σύρμα που τοποθετείται πάνω από τα σύρματα φάσης μίας διανομής κυκλώματος μετάδοσης, για την προστασία έναντι κεραυνών. Συνήθως είναι από γαλβανισμένο ή αλουμινένιο ...
A sequence of instructions that monitors and controls a specific application function.
Μία ακολουθία οδηγιών που παρακολουθεί και ελέγχει μία συγκεκριμένη λειτουργία εφαρμογής.
In an XML document, the part that occurs after the prolog, including the root element and everything it contains.
Σε ένα έγγραφο XML, το τμήμα που προκύπτει μετά τον πρόλογο, συμπεριλαμβανομένου του ριζικού στοιχείου και όλων όσων περιέχει.
An electronic circuit designed to produce an ideally stable alternating voltage or current
Ένα ηλεκτρικό κύκλωμα σχεδιασμένο για να παράγει μία ιδανικά σταθερή εναλλασσόμενη τάση ή ρεύμα.
A generic handheld device that can play music, videos, display pictures, etc. Specifically, a non-Microsoft-branded type of this device.
Μία γενικής συσκευή χειρός, η οποία μπορεί να αναπαράγει μουσική, βίντεο, να εμφανίζει εικόνες κ.λπ.. Συγκεκριμένα, ένας τύπος αυτής της συσκευής που δεν είναι προϊόν ...
In electrostatics, the amount of electricity present upon any substance, which has accumulated electric energy.
Στην ηλεκτροστατική, είναι η ποσότητα παρούσας ηλεκτρικής ενέργειας σε οποιαδήποτε ουσία, η οποία έχει συσσωρεύσει ηλεκτρική ενέργεια.
a title of a newspaper article usually printed in large type that summarises the content of it
ένας τίτλος ενός άρθρου εφημερίδας, που συνήθως εκτυπώνεται σε μεγάλα γράμματα και συνοψίζει το περιεχόμενό του